Γράφει η Θ.Ο.
Είναι αυτές οι στιγμές που πονάς και δεν ξέρεις το γιατί. Νιώθεις τον πόνο μέσα σου βαθιά. Να σου τρυπάει τα σωθικά. Και δεν ξέρεις πάντα τον λόγο. Είναι φορές που καταλαβαίνεις απόλυτα γιατί πονάς. Η αιτία είναι διάφανη, ξεκάθαρη, κάνει τον πόνο σχεδόν αναμενόμενο. Και είναι και οι άλλες οι στιγμές που δεν ξέρεις το γιατί. Και δε σε νοιάζει κιόλας. Πονάς και αυτό σου αρκεί. Και παραδίνεσαι στον πόνο σου, τουλάχιστον για λίγο. Αφήνεσαι να τον νιώσεις. Να γίνει ένα με σένα. Τον αφήνεις να σε νικήσει, έστω και για λίγο. Τον αφήνεις για να έχεις την πολυτέλεια να πεις “Το έζησα κι αυτό. Ο πόνος πέρασε από μέσα μου και βγήκα νικητής”.
Δε σε νοιάζει όμως αν θα βγεις νικητής, όχι στην πραγματικότητα. Σε νοιάζει απλά να περάσει. Να περάσει αυτό το καταραμένο συναίσθημα και ας πάρει στο διάβα του κομμάτια από σένα, από τη σάρκα σου, από το αίμα σου, από το είναι σου. Σου αρκεί να περάσει. Και αν το σκεφτείς καλά, αυτό ακριβώς σημαίνει να είσαι νικητής. Όχι να επιβάλεσαι σε αυτό ή να το θάβεις βαθιά μέσα σου, ώστε να μη φαίνεται. Αλλά να το αφήσεις να σε νικήσει, για τόσο λίγο μέχρι να μάθεις την αδυναμία του. Και τότε να το ξεπεράσεις. Τότε το νίκησες. Όταν μπει μέσα σου και βγαίνοντας σου έχει αφήσει κάτι από το ποιόν του. Σου άφησε κάτι για να έχεις να ζεις, χωρίς αυτόν.
Πόνος. Ικανός να ανοίξει στα δύο έναν άνθρωπο. Για την ακρίβεια να τον σπάσει. Στα δύο ή σε περισσότερα κομμάτια. Δεν έχουν τέλος οι ρωγμές κατά τον πόνο. Δεν υπάρχει όριο. Δεν υπάρχει κάποιος άγραφος νόμος που λέει “ως εδώ ήταν, πόνεσε πολύ αυτός ο άνθρωπος, έφτασε στον μέγιστο πόνο. Φτάνει.” Όχι δεν υπάρχει κάτι τέτοιο. Δεν υπάρχει μέγιστος πόνος. Αμείλικτος και σκληρός. Που αν είχε πρόσωπο θα ήταν ανέκφραστο, με ένα μειδίαμα μόνο, αυτό του “νικητή”, θυμίζοντας σου όλα τα όμορφα που δε θα ξαναέχεις πια. Όσα σου πήρε ο χρόνος. Όσα στερήθηκες. Όσα μπήκαν μέσα σου και έκλεψαν κομμάτια σου. Με όλα αυτά θα μοιάζει, αν τον κοιτάξεις καλά. Σχεδόν ατρόμητος, σαν να μην πόνεσε ποτέ ο ίδιος. Όμως είναι εκεί. Και ξεχωρίζει από όλα τα άλλα συναισθήματα. Δεν μπορεί να υπάρξει κάποια σύγχυση. Ο πόνος είναι πόνος, όποιο πρόσωπο κι αν έχει. Ακόμα και αν κρυφτεί, πόνος παραμένει. Και τον ξεχωρίζεις πάντα. Την πρώτη φορά τον αναγνωρίζεις δειλά. Τις επόμενες όμως, είσαι όλο και πιο οικείος με αυτόν. Τον έχεις δει, τον έχεις νιώσει, ξέρεις τι μπορεί να κάνει μέσα σου. Ό,τι και να έχεις ζήσει, μικρό ή μεγάλο, ο πόνος μπαίνει μέσα σου με τεράστια τα γράμματα του ονόματός του. Μην τυχόν και σου ξεφύγει. Λες και είναι δυνατόν κάτι τέτοιο… Δεν τον φοβάσαι και καλά κάνεις. Δε χρειάζεται εξάλλου. Απλά δεν τον θέλεις κι όλας.
Καταλαβαίνω… Αναρωτιέσαι γιατί από όλα τα συναισθήματα εσύ να τρέφεις μέσα σου αυτό. Μα ο πόνος είναι η απόδειξη ότι ένιωσες κάποια στιγμή όμορφα συναισθήματα. Όλα τα όμορφα που έζησες ο πόνος μπορεί και στα θυμίζει. Και σου ανοίγει τον δρόμο για το μέλλον. Κάνοντάς σε λίγο πιο “σοφό” μέρα με τη μέρα. Ξέρεις πια ότι οι πληγές δεν κλείνουν και αποδέχτηκες ότι δε χρειάζεται να κλείσουν. Αφέσου απλά. Αφέσου στον πόνο να σου δείξει τον δρόμο. Αυτός γεννιέται από κάθε τι όμορφο και με έναν ιδιόμορφο τρόπο οδηγεί σε κάτι όμορφο. Βλέπεις, σε είχε ολόκληρο και δε θέλει να σου το στερήσει αυτό. Ολόκληρος ήσουν πριν από αυτόν και ολόκληρος θα είσαι και μετά από αυτόν. Βλέπεις τώρα που θα έπρεπε να είναι σύμμαχος σου και όχι εχθρός σου; Δεν υπάρχει καμία μάχη εδώ. Ψάξε αλλού τους εχθρούς σου, άνθρωπέ μου.
