Γράφει ο Σταύρος Χριστοδούλου
Γύρισες. Δεν περίμενα τίποτα λιγότερο από εσένα, πάντα έβρισκες τρόπο να τρυπώνεις απρόσκλητα στη ζωή μου. Σαν μια σκιά που με ακολουθούσε σε κάθε νέο μου βήμα. Ήθελες να γνωρίζεις τα πάντα. Πώς είναι η καθημερινότητά μου μετά από εσένα, πώς περνάω τον ελεύθερο μου χρόνο ή αν έχω κάποιο άλλο άτομο δίπλα μου.
Αυτή τη φορά όμως, χωρίς τη δική μου ανταπόκριση. Ήξερες πως είχα πια προχωρήσει.
Υπήρχε πάντα ο φόβος μέσα σου, πως ίσως μια μέρα τα καταφέρω. Θα προχωρήσω. Κι όμως, μετά τις αμέτρητες επιστροφές σου, κατάλαβες πως η ιστορία μας είχε πια σβήσει.
Δε θα λάμβανες ξανά απάντηση, δεν υπήρχε λόγος να γνωρίζεις. Ο φαύλος κύκλος που τόσο λαχταρούσες, είχε πλέον ραγίσει.
Όλα τα βράδια περίμενα ένα τηλεφώνημά σου, από εκείνα που θα μου έλεγες πόσο σου έχω λείψει και πως έχεις μετανιώσει. Πως κι εσύ δεν μπορείς να κοιμηθείς επειδή με σκέφτεσαι, πως κι εσένα σε σκοτώνει η απόσταση. Το όνομά σου πλέον δε μοιάζει ξεχωριστό, ξεθώριασε με τόσα περασμένα φεγγάρια. Μαζί με τα άδεια βράδια, πέρασες και εσύ από μέσα μου. Σαν να μην υπήρξες ποτέ.
Δε θα έπαιρνες ξανά την επιβεβαίωση, κι ας είχες πλέον αλλάξει.
Για πρώτη φορά μόνο ένας θα έλεγε το σ’ αγαπώ.
Για πρώτη φορά μόνο ένας θα έλεγε σε θέλω πίσω.
Για πρώτη φορά ίσως να γυρνούσες για να μείνεις.
Πάντα πληγώνουμε αυτούς που κάποτε αγαπήσαμε.
Μα με εμάς είναι διαφορετικά.
Με πλήγωσες χωρίς να με αγαπήσεις ποτέ.
