Γράφει ο Άρης Γρηγοριάδης
Πάει καιρός που θέλω να σε ρωτήσω κάτι απλό: με ξέρεις ή απλώς με γνωρίζεις; Με έχεις δίπλα σου χρόνια, μα ακόμα αναρωτιέμαι αν μπήκες ποτέ στον κόπο να δεις ποιος είμαι στ’ αλήθεια. Γιατί άλλο να στέκεσαι δίπλα σε έναν άνθρωπο κι άλλο να τον αναγνωρίζεις.
Με έμαθες στα εύκολα. Στα γέλια, στις χαρές, στις στιγμές που ήμουν αυτός που βόλευε την εικόνα σου. Όμως στα δύσκολα; Εκεί που η ψυχή μου έσπαγε; Εκεί που δεν ήμουν ο «δυνατός» σου, αλλά ο άνθρωπος που ήθελε απλά μια ματιά που να λέει «σε βλέπω»; Εκεί χάθηκες.
Αν με ήξερες, δεν θα με αμφισβητούσες. Αν με ήξερες, δεν θα χρειαζόταν να αποδείξω τίποτα. Δεν θα διάλεγες την εύκολη σιωπή αντί για το δύσκολο «είμαι εδώ». Γιατί η σιωπή σου δεν ήταν ποτέ ουδέτερη – ήταν καταδίκη.
Κι εγώ, που έμαθα να συγχωρώ και να προχωράω, κατάλαβα κάτι αργά αλλά καθαρά: δεν θέλω την εκτίμησή σου. Όχι αυτή που λες στους άλλους και ξεχνάς στα δικά μου. Δεν θέλω να με έχεις ψηλά, αν αυτό σημαίνει πως κάθε λάθος μου είναι καρφί που βιάζεσαι να καρφώσεις. Δεν θέλω να με θαυμάζεις, θέλω να με καταλαβαίνεις.
Με έβαλες σε βάθρο που δεν ζήτησα, κι όταν δεν ταίριαξα στην εικόνα σου, βιάστηκες να με αποκαθηλώσεις. Δεν με έμαθες ποτέ· πήρες κομμάτια που σου χρειάζονταν και τα υπόλοιπα τα άφησες να σκονίζονται.
Με ξέρεις; Όχι. Και, για να είμαι ειλικρινής, δεν προσπάθησες ποτέ. Κι αυτό είναι το μόνο κρίμα: πως μέσα στη δική σου «αλάθητη» ζωή, δεν χώρεσα ποτέ ως άνθρωπος. Μα εγώ; Θα συνεχίσω να στέκομαι εκεί που πονάει, γιατί έτσι ξέρω να υπάρχω.
