Γράφει η Ιωάννα Ντρε
Δε μπόρεσες να μην υποκύψεις ε; Ήσουν τόσο ευάλωτος από τον πόνο που ένιωθες για τα χρέη που σε είχαν πλακώσει και δεν ήξερες που να βρεις διέξοδο και απλά άρχισες να πίνεις. Κάτι η παρέα, κάτι η στενοχώρια σου σε έκαναν να θες να πιεις. Μόνο για κείνη τη βραδιά. Για να ξεχαστείς για λίγο όπως μου είπες. Όμως τα πράγματα δεν παρέμειναν εκεί.
Παρασύρθηκες ή σε παρασύρανε. Δε ξέρω και δε νομίζω να έχει και πολύ σημασία. Σημασία στην προκειμένη περίπτωση έχει το αποτέλεσμα. Δεν είσαι δα και 15 χρονών για να σε παρασύρει ο καθένας και να μην έχεις δική σου θέληση και αυτοσυγκράτηση.
Δεν ήξερες που θα κατέληγες; Εγώ ήξερα και σε προειδοποιούσα μπας και σωθείς όσο πιο νωρίς γινόταν.
Μέρα με τη μέρα όλο και πιο συχνά, όλο και πιο πολύ το ποτό ήταν ο μόνιμος σύντροφός σου. Δε σε άφηνε να δεις καθαρά, δε σε άφηνε να ζήσεις όπως ήθελες. Θυμάσαι; Ήθελες να ζήσεις. Να γευτείς τη ζωή με τα χαρίσματά της. Το ξέχασες;
Τώρα πως θα γίνει αυτό αγάπη μου. Έχεις μπει σε μονοπάτια δύσβατα και πως θα βρεις το δρόμο να γυρίσεις πίσω; Ας έχει και τις δυσκολίες της αυτή η ριμαδο – ζωή θα τα καταφέρναμε μαζί. Γιατί με παραμέρισες και τρύπωσες σε έναν άλλο κόσμο που δε σου αρμόζει; Εσύ που δεν έπινες γουλιά από ποτά όλα αυτά τα χρόνια. Γιατί; Γιατί αφέθηκες μέχρι που έφτασες τόσο μακριά από την πραγματικότητα.
Σε παρακαλώ προσπάθησε να ξεφύγεις από κει. Η ζωή είναι μπροστά σου και σε περιμένει. Όπως σε περιμένω κι εγώ και θα τα ξεχάσουμε όλα και θα είναι όλα πιο ωραία από πριν θα το δεις. Όσο και να με βρίζεις ξέρω δεν είσαι εσύ. Δε φταις εσύ καρδιά μου. Το ποτό φταίει. Αλλά σταμάτησε το. Μου το υποσχέθηκες και συ πάντα τηρούσες το λόγο σου. Με εμπιστεύεσαι; Έλα, δωσ μου το χέρι σου και άσε με να σε βοηθήσω να σωθείς. Θα παλέψουμε μαζί, δε θα σε αφήσω και θα τα καταφέρουμε. Μονό αυτό θέλω μπορείς;
