Γράφει η Μαρία Κυπραίου
Και οι άνθρωποι αλλάζουν και όσα πίστεψες αλλάζουν. Δεν παλεύουν πια, το ξεχνάνε, γιατί είσαι πάντα εκεί. Δεν ένιωσαν ούτε μια στιγμή την απώλειά σου. Δεν ένιωσαν πώς είναι να φεύγεις και να προσπαθούν να σε πιάσουν, να σε κρατήσουν.
Μάθανε στον εύκολο δρόμο. Εσύ τους έμαθες. Μα τώρα κουράστηκες. Ίσως θέλεις να φύγεις για λίγο, να ξεφύγεις για μια στιγμή από τη ρουτίνα, από την καθημερινότητα που σε φθείρει και κάνει τους γύρω σου να παραμένουν στάσιμοι. Να μην προσπαθούν να κερδίσουν μια λέξη, μια φράση, ένα χάδι από σένα. Δεν τους άφησες εσύ να καταλάβουν το φευγιό σου και τώρα σε θεωρούν δεδομένη. Δεν πονάνε για σένα όπως πριν, δεν νιάζονται το ίδιο, δεν είσαι καν εκεί.
Και τα χρόνια περνάνε. Οι έρωτες γίνονται αγάπες και η ρουτίνα σκοτώνει. Η ζωή μας περνάει έτσι, δίχως μια φωτιά να καίει, δίχως νέο, ανανεωμένο άνεμο, μόνο με μια γεύση πίκρας στα χείλη. Γιατί δεν ξέρεις αν έκανες καλά που έμεινες και δεν έφυγες. Που έκλεισες εκείνο το ατίθασο πνεύμα σε ένα χρυσό κλουβί για έναν έρωτα που έγινε αγάπη και με τα χρόνια χάθηκε σε μια στροφή…
