Γράφει ο Γιώργος Καραγεώργος
Ζήλια λοιπόν, επικίνδυνο και σύνθετο συναίσθημα, φίλε μου.
Κρύβει μέσα του ανασφάλεια, φόβο, ανάγκη για επιβεβαίωση, υπερβολή με την κακή την έννοια, και κάποιες φορές κάτι πολύ πιο σκοτεινό, ίσως και φθόνο. Κρύβει την ανάγκη να ελέγξεις τον άλλον, να περιορίσεις την ελευθερία του, να αποφασίσεις εσύ τι θα κάνει, με ποιον θα μιλήσει, πού θα πάει, πώς θα ντυθεί, τι θα ανεβάσει, ποιος θα τον κοιτάξει.
Και κάπου εκεί η ζήλια παύει να είναι “σε αγαπάω και φοβάμαι μη σε χάσω” και γίνεται “σε θέλω τόσο δικό μου, που δεν θέλω να υπάρχεις χωρίς εμένα”. Κι αυτό είναι επικίνδυνο, κουραστικό, και λόγος αποστροφής.
Γιατί η ζήλια, όταν ξεφύγει από το μέτρο, δεν προστατεύει μια σχέση, την πνίγει.
Στην αρχή μοιάζει με ενδιαφέρον. Μετά γίνεται ερωτήσεις. Μετά έλεγχος. Μετά απαιτήσεις. Και στο τέλος ο άλλος αρχίζει να αισθάνεται πως για να σε κρατήσει ήσυχο πρέπει να προσέχει τι θα πει, να είναι συνεχώς σε επιφυλακή, να μικρύνει τον εαυτό του.
Να μην κοιτάξει. Να μην μιλήσει. Να μην βγει. Να μην γελάσει πολύ με κάποιον. Να μην φορέσει αυτό που θέλει. Να μην κάνει εκείνο που θα προκαλέσει τη ζήλια σου.
Και ξέρεις ποιο είναι το παράλογο;
Ότι πολλές φορές ο ζηλιάρης δεν θέλει απλώς να είναι καλά ο άνθρωπός του. Θέλει να είναι καλά με τον τρόπο που εκείνος του επιτρέπει.
Γιατί πίσω από τη ζήλια μπορεί να κρύβεται και κάτι που μοιάζει με κακία. “Αν δεν μπορώ να είμαι εγώ η αιτία της χαράς σου, τότε δεν θέλω να χαρείς τόσο”. “Αν περνάς καλά χωρίς εμένα, κάτι δεν πάει καλά”. “Αν σε θαυμάζουν, φοβάμαι”. “Αν είσαι όμορφος, φοβάμαι”. “Αν είσαι ελεύθερος, φοβάμαι”.
Και τελικά φίλε μου, αντί να προσπαθήσει να γίνει καλύτερος σύντροφος, προσπαθεί να κάνει τον άλλον λιγότερο ελεύθερο άνθρωπο.
Αυτό όμως καμάρι μου δεν είναι αγάπη!
Η αγάπη μπορεί να ζηλέψει. Ο άνθρωπός φυσικά και ζηλεύει. Είναι εντελώς ανθρώπινο. Μπορείς να νιώσεις έναν κόμπο όταν κάποιος άλλος πλησιάσει αυτόν που αγαπάς. Μπορείς να φοβηθείς, να θυμώσεις. Αλλά μετά πρέπει να έχει το μυαλό, την ωριμότητα, την ικανότητα, και την αξιοπρέπεια να πεις “Αυτό είναι δικό μου συναίσθημα. Δεν θα το κάνω φυλακή για τον άνθρωπό μου”.
Δεν αγαπάς σου λέω κάποιον όταν του κόβεις τα φτερά του για να είσαι εσύ ήσυχος. Τον αγαπάς όταν ακόμα κι αν ξέρεις πως μπορεί να τον κοιτάξουν, να τον διεκδικήσουν, να τον θαυμάσουν, εσύ λες, “Εγώ ξέρω ποιος είναι και ξέρω γιατί είναι μαζί μου”.
Και τότε η ζήλια δεν εξαφανίζεται, απλώς μπαίνει στη θέση της.
Γιατί άλλο να φοβάσαι μήπως χάσεις τον άνθρωπό σου κι άλλο να του κάνεις τη ζωή κόλαση για να είσαι σίγουρος πως δεν θα τον χάσεις. Το πρώτο είναι ανθρώπινο. Το δεύτερο είναι αρρώστια της ψυχής.
