Γράφει η Ζωή Τριανταφυλλοπούλου.
Πίστεψα.
Πίστεψα πως δεν υπάρχει μετά από σένα. Πως δεν έχει άλλο αλλού, δεν υπάρχει παραπέρα γιατί δεν γίνεται να ξανανιώσω έτσι. Σε είχα βάλει βλέπεις τόσο ψηλά, τόσο ιδανικά. Άλλωστε εξαιτίας σου παραδέχτηκα, στον εαυτό μου πρώτα και σε σένα έπειτα, ότι ξαναβρήκα τη γυναίκα μέσα μου.
Τη γέννησα ξανά για να στην αφιερώσω, αφού δίπλα σου, σπάραζε το φως της και παράλληλα, μαζί κι εξαιτίας σου, νικούσε τα σκοτάδια της. Ένιωθα τόσο ζωντανή, τόσο θηλυκό, τόσο κορίτσι και γυναίκα μαζί, την ίδια στιγμή. Η αγκαλιά σου ήταν το λημέρι για όλα τα φονικά “γιατί” της ζωής.
Κι όλα ήταν στου ονείρου το όριο γιατί απλά υπήρχες. Κι η ανάσα μέρευε, το χαμόγελο άνθιζε και παρέμενε κόσμημα γνήσιο στα μούτρα, ανεξάρτητα από το κυνήγι του επιούσιου. Γιατί, σε σένα ειδικά, δεν χρειάστηκε ποτέ να αποδείξει τίποτε, μόνο να είναι παρούσα με όλες τις αισθήσεις της σε λειτουργία για να ρουφά στιγμές. Ήταν ανακούφιση τουλάχιστον όλο αυτό σε μια ζωή γεμάτη “εξετάσεις”.
Πίστεψα ότι χωρίς εσένα, τίποτε από τα παραπάνω δεν θα είχε συνέχεια.
Πίστεψα ότι μετά από σένα, δεν θα είχα λόγο κι αιτία να συνεχίσω να γράφω, να εκφράζομαι, να αντλώ έμπνευση γιατί την είχα συνώνυμη με όλο αυτό που η παρουσία σου στον κόσμο της καρδιάς μου δημιουργούσε, σαν μια απέραντη θάλασσα από συναίσθημα, με λέξεις που σου είπα, με άλλες που υποψιάστηκες κι άλλες που επιβεβαίωσες διαβάζοντάς με σε αράδες στους καιρούς, μέσα σε σελίδες ηλεκτρονικές ή κι όχι.
Πίστεψα ότι επειδή σε φύλαξα στο ντουλάπι των αναμνήσεών μου, στα καρμικά μου δύσκολα μαθήματα λόγω έντασης, πορείας και κατάληξης, στο πιο βαθύ και κρυφό μου μάλιστα, για να καταφέρω, υποτίθεται, να σε ξεχάσω, να μην πονάω πια από την απουσία σου, εσύ σταμάτησες και να υπάρχεις. Τελείωσα μια και καλή το δικό μας “μαζί”, έβαλα την παύλα μετά από την τελεία κλειδώνοντάς σε μέσα μου χωρίς να αναφερθώ ξανά σε σένα. Δεν μου το επέτρεπα.
Όμως τελικά διαπίστωσα ότι πολλές φορές που μπαίνω στην διαδικασία να ομολογήσω τα σύμβολα της πίστης μου, έρχεται η ίδια η ζωή για να μου θυμίσει πόσο τρωτή και λαθεμένη γίνομαι. Και καταλαβαίνω αργά ή γρήγορα, είτε μ’αρέσει είτε όχι, πως κάποιες ψυχές έρχονται σαν μετωπική σύγκρουση στη ζωή σου αλλά ακόμη κι αν τελικά φύγουν με όποιο τρόπο, εσύ φυλάς ένα κομμάτι μέσα σου πάντα για αυτούς, σαν μυστικό θησαυρό, σαν πετράδι πολύτιμο στο θησαυροφυλάκιο της καρδιάς σου.
Και μπορεί να σταματήσεις να ματώνεις, να θυμώνεις, να πονάς και ν’απορείς μετά από κάποιο καιρό.
Αλλά εκείνο το συναπάντημα, εκείνο το “μαζί” που δημιούργησε όλο αυτό το μοναδικό, δεν θα υπάρξει ξανά γιατί η ζωή σου χωρίστηκε στο πριν και στο μετά σου.
Αλλά τελικά είναι εντάξει.
Κι όχι απλά είναι αυτό έτσι αλλά κι εσύ, μετά από όλο αυτό, γίνεσαι περισσότερο σοφός κι αληθινός, με πληγές παράσημο στον πόλεμο των “γιατί” που όλοι ζούμε.
Και πλέον, εγώ τουλάχιστον, νιώθω πλούσια αφού ξεθύμωσα κι αφότου ξεθύμανε κι η πίκρα του “γιατί αυτό σε μένα”· την άφησα βλέπεις σαν ανοικτό αναψυκτικό για καιρό, να πάρουμε κι οι δύο μας αέρα, αρνήθηκα να χωνέψω τον άνθρακά της.
Κι αυτό το τελευταίο δεν το πίστεψα, το ζω.
Και κοίτα με, είμαι εδώ ακόμη και συνεχίζω να γράφω.
Και βρίσκω λόγους να το κάνω και χωρίς εσένα, το πολύ μου δεν στέρεψε. Ευτυχώς..
Εσύ μπορείς να είσαι απών, εγώ όμως είμαι παρούσα!
