Γράφει η Σοφία Παπαηλιάδου
Ξέρεις ποιο είναι το πιο θλιβερό;
Εκείνοι οι φίλοι που κάποτε μοιράστηκαν τα πάντα και τώρα δεν έμεινε τίποτα να πουν. Τίποτα να μοιραστούν.
Δεν μάλωσαν.
Δεν ειπώθηκε κάτι βαρύ. Δεν υπήρξε εκείνη η μεγάλη έκρηξη που λες «εντάξει, εδώ τελείωσε». Κι όμως, τελείωσε. Αθόρυβα. Σαν να έσβησε ένα φως που κανείς δεν μπήκε στον κόπο να ανάψει ξανά.
Κι αυτό πονάει περισσότερο.
Γιατί δεν έχεις κάτι να κατηγορήσεις. Δεν έχεις έναν λόγο να πιαστείς για να θυμώσεις, να ξεσπάσεις, να ξεμπερδέψεις. Έχεις μόνο κάτι ξεθωριασμένο. Μια συνήθεια που χάθηκε. Μια παρουσία που έγινε απουσία χωρίς να το καταλάβεις.
Χρησιμοποιήσατε όλες τις αφορμές.
«Δεν προλάβαινα», «θα τα πούμε», «να κανονίσουμε». Λέξεις που δεν σήμαιναν τίποτα, αλλά τις λέγατε για να μη φανεί ότι ήδη είχατε απομακρυνθεί. Κι όσο περνούσε ο καιρός, αυτές οι μικρές αποστάσεις έγιναν χάσμα.
Κάποτε ξέρατε τα πάντα ο ένας για τον άλλον.
Τώρα δεν ξέρετε ούτε πού πονάει ο άλλος. Ούτε αν πονάει. Και δεν ρωτάτε κιόλας.
Αυτό είναι το πιο σκληρό.
Όχι ότι χαθήκατε. Ότι δεν σας ένοιαξε αρκετά για να το σταματήσετε.
Γιατί οι σχέσεις δεν τελειώνουν μόνο από λάθη.
Τελειώνουν κι από αδιαφορία. Από το «έλα μωρέ, θα βρεθούμε». Από το «δεν πειράζει αν δεν μιλήσουμε σήμερα». Μέχρι που μια μέρα δεν μιλάτε καθόλου.
Και τότε, αν τύχει να συναντηθείτε, θα πείτε ένα «τι κάνεις;»
Και θα είναι άδειο. Ξένο. Σαν να μιλάς με κάποιον που δεν υπήρξε ποτέ εκείνος ο άνθρωπος που ήξερες.
Κι εκεί θα καταλάβεις.
Δεν χάσατε απλώς την επαφή. Χάσατε τον λόγο που σας κρατούσε.
Και το χειρότερο;
Δεν θα προσπαθήσετε καν να τον βρείτε.
Γιατί κάποια πράγματα δεν τελειώνουν με θόρυβο.
Τελειώνουν με σιωπή.
Και η σιωπή… δεν κάνει ποτέ φασαρία για να την προσέξεις.
