Γράφει η Μαρία Κυπραίου
Ήθελα να με πάρεις από το χέρι και να πάμε μια βόλτα. Να κολυμπήσουμε στα άδυτα ενός νέου κόσμου, μιας νέας χώρας.
Ούτε πολύ ούτε λίγο ήθελα να μου γελάς, να με κρατάς και να μπορείς. Τόσο απλά, τόσο ξεκάθαρα. Και ξέρεις δεν μπορεί να με πονέσει κάτι πιο πολύ από ψεύτικους ανθρώπους. Ξέρεις, εκείνους που τάζουν, τάζουν αλλά ξεχνάνε να πραγματοποιήσουν.
Μου είπες ότι θα με πάρεις και θα πάμε εκεί που οι άλλοι δεν μπορούν κι όμως στο τέλος μείναμε να μοιάζουμε σε εκείνους που δεν μπόρεσαν. Γίναμε ακριβώς αυτοί που κοροϊδεύαμε. Και όλα αυτά γιατί; Γιατί πίστεψα σε σένα ή γιατί δεν πίστεψα σε μένα;
Όλος αυτός ο ντόρος και η οχλαγωγία έγιναν για ένα “τελικά δεν μπορώ”. Πόσο απέχει τελικά το θάρρος του μπορώ από την πράξη του θα κάνω; Να σου απαντήσω ειλικρινά; Ένα μήνυμα δρόμος είναι.
Είναι απλά ένα “κατέβα κάτω όπως είσαι αλλιώς σηκώνω τη γειτονιά στο πόδι”, είναι ένα “αν δεν ανοίξεις να φύγουμε σπάω την πόρτα”. Να στο θέσω ακόμα πιο εύκολο και χωρίς βαβούρα, είναι ένα “Έχεις 15 λεπτά να ετοιμαστείς μέχρι να έρθω να σε πάρω”.
Τόσο ιπποτικά και γλυκούλικα. Αλλά ξέρω, ξέρω, ούτε αυτό δεν μπορούσες. Και όχι δεν σε κατηγορώ. Αντιθέτως, είσαι ακόμα ένας μαλακας που τελικά δεν μπόρεσε. Δεν φταις εσύ, φταίω εγώ που πίστεψα ότι θα μπορείς, γιατί στο μυαλό μου πάντα θα περιμένω εκείνον που τελικά θα μπορέσει.
Δεν θα τα παρατήσω όσες φορές και αν φάω το κεφάλι μου. Ξανά; Ξανά. Και ξανά. Κάποια στιγμή θα έρθει και εγώ θα είμαι εκεί να τον καλοδεχτώ.
Όπως καλοδέχτηκα και εσένα. Εξάλλου έτσι είναι η ζωή, θα περάσεις πολλά άχαρα μονοπάτια μέχρι να βρεις εκείνο που θα σε μαγέψει. Θα ταξιδέψεις πολλές θάλασσες μέχρι να βρεις το λιμάνι σου.
Ξανά; Ξανά.
