Γράφει ο Πάνος Θεοδώρου
Δεν μπορείς να φεύγεις κάθε που βρέχει στη ζωή. Όχι γιατί η βροχή δεν πονά. Πονά. Μουσκεύει κόκαλα, χαλάει σχέδια, βαραίνει σκέψεις. Αλλά γιατί αν φύγεις κάθε φορά, στο τέλος δεν θα έχεις μείνει πουθενά. Ούτε καν μέσα σου.
Μάθαμε να ψάχνουμε καταφύγια αντί να αντέχουμε. Να αλλάζουμε δρόμο, ανθρώπους, αποφάσεις, μόλις ο ουρανός σκοτεινιάσει. Να λέμε «δεν ήταν αυτό», «δεν άξιζε», «δεν είναι για μένα». Κι έτσι γλιτώνουμε τον πόνο, αλλά χάνουμε την εμπειρία. Γιατί η ζωή δεν σε ρωτά αν είσαι έτοιμος. Απλώς ρίχνει βροχή και σε κοιτά να δει αν θα σταθείς.
Δεν είναι όλα καταιγίδες που πρέπει να σε διαλύσουν. Κάποιες είναι απλώς δοκιμές αντοχής. Να δεις αν μπορείς να μείνεις όταν τα πράγματα δεν είναι όμορφα. Όταν ο άλλος δεν είναι εύκολος. Όταν η σχέση δεν είναι ρομαντική. Όταν το όνειρο δεν λάμπει. Εκεί φαίνεται ποιος είσαι. Όχι στα ηλιοβασιλέματα, αλλά στα μουντά απογεύματα.
Το να μένεις δεν σημαίνει να αντέχεις τα πάντα. Σημαίνει να ξεχωρίζεις τι αξίζει να περάσεις και τι όχι. Να μη φεύγεις από φόβο. Να μη το βάζεις στα πόδια επειδή βράχηκες λίγο. Γιατί η βροχή δεν είναι αποτυχία. Είναι μέρος της διαδρομής. Αν δεν λερωθείς, αν δεν κρυώσεις, αν δεν κουραστείς, κάτι δεν έζησες σωστά.
Υπάρχουν άνθρωποι που έμειναν στη βροχή και έμαθαν να περπατούν πιο σταθερά. Που δεν ζητούσαν ομπρέλες, αλλά έμαθαν να στεγνώνουν μόνοι τους. Κι αυτοί είναι που ξέρουν να χαίρονται τον ήλιο χωρίς να τον φοβούνται. Γιατί δεν τον έχουν ανάγκη. Τον εκτιμούν.
Αν φεύγεις κάθε που βρέχει, θα περάσεις τη ζωή σου τρέχοντας. Από σχέσεις, από δουλειές, από εσένα. Κάποια στιγμή, όμως, θα κουραστείς. Και τότε θα καταλάβεις πως δεν χρειαζόταν να φύγεις. Χρειαζόταν να μείνεις. Να σταθείς. Να αντέξεις.
Η ζωή δεν θέλει φυγάδες. Θέλει ανθρώπους που ξέρουν να περπατούν και στη βροχή. Γιατί μόνο αυτοί φτάνουν κάπου.
Και κάπως έτσι, έκλεισε ο διάλογο με το καθρέφτη, λίγο πριν φύγεις γι’άλλη μια φορά στη βροχή. Γι’άλλη μια φορά εκείνη να περπατά στη βροχή περήφανη κι εσύ;
