Γράφει η Σοφία Παπαηλιάδου
Αλήθεια, είχες ποτέ έναν άνθρωπο που να μιλάς μαζί του χωρίς να ανοίγεις το στόμα σου;
Σαν μυστική χειραψία οι ματιές μας. Όχι από αυτές που φαίνονται. Από εκείνες που συμβαίνουν κάτω απ’ το τραπέζι, μέσα στον θόρυβο, την ώρα που όλοι μιλούν και κανείς δεν ακούει τίποτα ουσιαστικό. Τις καταλαβαίνουμε μόνο εμείς οι δυο. Γιατί δεν τις μάθαμε. Τις χτίσαμε.
Με μια ματιά σου λέω «πρόσεχε». Με άλλη σου λέω «έλα εδώ». Με άλλη σε μαλώνω. Με άλλη γελάω μαζί σου. Δεν χρειάζονται λέξεις. Οι λέξεις, άλλωστε, συχνά μπερδεύουν. Οι ματιές όχι. Είναι καθαρές. Ωμές. Δεν αφήνουν περιθώριο για παρερμηνείες. Εκεί δεν χωράνε ρόλοι, ούτε άμυνες. Εκεί είμαστε γυμνοί.
Κάνουμε διαλόγους ατελείωτους. Τσακωνόμαστε χωρίς φωνές. Συμφωνούμε χωρίς υποσχέσεις. Τα έχουμε πει όλα, χωρίς να τα πούμε ποτέ. Έχουμε λύσει παρεξηγήσεις πριν γεννηθούν. Έχουμε σταματήσει καβγάδες πριν ανάψουν. Έχουμε πει «σ’ αγαπώ» με ένα ανεπαίσθητο σήκωμα φρυδιού. Έχουμε πει «κουράστηκα» με ένα βλέμμα που έπεσε για μισό δευτερόλεπτο πιο χαμηλά.
Κι οι άλλοι; Οι άλλοι νομίζουν ακόμα πως δεν μιλάμε. Πως κάτι λείπει. Πως υπάρχει απόσταση. Πως είμαστε παράξενοι. Πόσο αστείοι, αλήθεια. Νομίζουν ότι η επικοινωνία μετριέται σε λέξεις, μηνύματα, ώρες στο τηλέφωνο. Δεν ξέρουν πως υπάρχει και εκείνη η σιωπή που είναι γεμάτη. Που δεν βαραίνει. Που δεν αγχώνει. Που δεν ζητά εξηγήσεις.
Δεν ξέρουν πώς είναι να μπαίνεις σε έναν χώρο και να ψάχνεις πρώτα ένα ζευγάρι μάτια. Να τα βρίσκεις. Και να ησυχάζεις. Να λες «είμαι εντάξει, είναι εδώ». Δεν ξέρουν πώς είναι να σε καταλαβαίνουν πριν μπερδευτείς. Να σε διαβάζουν όταν εσύ ακόμα ψάχνεις τις λέξεις.
Αλήθεια, είχες ποτέ έναν άνθρωπο που να σε πιάνει χωρίς να σε αγγίζει; Που να σου μιλά χωρίς να μιλά; Αν ναι, ξέρεις. Αν όχι, μην ανησυχείς. Δεν εξηγείται. Συμβαίνει. Κι όταν συμβεί, οι λέξεις περισσεύουν.
