Γράφει ο Σταύρος Χριστοδούλου
Δεν ήθελε πια να παρακαλάει.
Καθόταν και κοιτούσε το κινητό με τις ώρες. Έπιασε τον εαυτό του να γράφει και να σβήνει το ίδιο μήνυμα. Τη δικαιολογούσε συνέχεια μέσα του. Κάθε φορά που δεν απαντούσε, ένιωθε πως κάνει κάτι λάθος.
Ήταν η πρώτη στιγμή που ένιωσε πως προσπαθούσε μόνος του.
“Είναι κουρασμένη”, “Πιέστηκε”, “Θα αλλάξει”.
Είχε πιστέψει στα αλήθεια, πως το άτομο που είχε δίπλα του, ήταν μια κοπέλα διαφορετική. Που είχε φτιάξει στο μυαλό του έτσι όπως ήθελε.
Μέσα του ήξερε πως δεν ήταν έτσι.
Δεν ήθελε να πιστέψει τι ήταν.
Ένα ψέμα, μια σκέψη που δεν ανταποκρινόταν στην πραγματικότητα.
Είχε καταλάβει ότι έκανε λάθος. Την αγαπούσε πραγματικά, όμως το να αφήσεις κάποιον να φύγει, αντί να προσπαθήσεις να τον αλλάξεις είναι μια άλλη μορφή αγάπης.
Μεγαλύτερης.
Δεν ήταν η κοπέλα που είχε φανταστεί.
Οι δρόμοι τους έπρεπε να κοπούν.
Έπρεπε να το σταματήσει.
Σταμάτησε να γράφει. Αυτή την φορά δεν περίμενε τίποτα. Δεν υπήρχε άλλο μήνυμα. Εκείνη δεν ήθελε να σταματήσουν. Ήξερε τι άτομο έχει δίπλα της και δεν ήθελε να το χάσει. Αυτός όμως άργησε να το καταλάβει.
Οι ρόλοι αντιστράφηκαν.
Δεν ήθελε πια να παρακαλάει να τον αγαπήσει όπως ήθελε. Ήταν πλέον αργά. Συνήθως εκτιμάς κάτι όταν το χάνεις, όμως αυτός δεν έχασε τίποτα. Βρήκε επιτέλους κάτι που είχε χάσει καιρό. Τον εαυτό του.
