Γράφει ο Μιχάλης Στεφανίδης
Αυτό είναι το πιο άβολο κομμάτι να παραδεχτείς. Γιατί θα ήταν πιο εύκολο να πεις πως δεν αγαπήσαμε αρκετά. Πως δεν νιώσαμε. Πως ήμασταν λάθος άνθρωποι, σε λάθος στιγμή. Όμως δεν ήταν αυτό. Η αγάπη υπήρχε. Ήταν εκεί. Ζωντανή. Αληθινή. Απλώς τη φορτώσαμε με περισσότερα απ’ όσα άντεχε.
Της ζητήσαμε να μας σώσει.
Να μας γιατρέψει.
Να μας επιβεβαιώσει.
Να μας αποδείξει την αξία μας.
Και καμία αγάπη δεν αντέχει να γίνεται αποστολή διάσωσης.
Δεν τελειώσαμε επειδή δεν υπήρχε συναίσθημα. Τελειώσαμε επειδή βάλαμε το συναίσθημα να σηκώσει ρόλους που δεν του αναλογούσαν. Να γίνει μέλλον πριν ζήσει το παρόν. Να γίνει υπόσχεση πριν γίνει εμπειρία. Να γίνει για πάντα, ενώ ακόμα παλεύαμε με το σήμερα.
Σου ζητούσα περισσότερη παρουσία.
Μου ζητούσες περισσότερη σιγουριά.
Ζητούσαμε πράγματα σωστά, αλλά όχι στον σωστό χρόνο.
Κι έτσι η αγάπη, αντί να είναι χώρος, έγινε βάρος.
Αντί να είναι καταφύγιο, έγινε εξεταστικό κέντρο.
Αντί να είναι «είμαι εδώ», έγινε «απόδειξέ το».
Κουραστήκαμε. Όχι επειδή δεν θέλαμε. Αλλά επειδή θέλαμε πάρα πολύ. Θέλαμε να προλάβουμε, να διορθώσουμε, να εξασφαλίσουμε. Θέλαμε να μην πονέσουμε. Και μέσα στην προσπάθεια να μην χαθούμε, πιέσαμε τόσο, που τελικά χαθήκαμε.
Η αγάπη δεν έφυγε πρώτη.
Πρώτα έφυγε η ανάσα.
Μετά η ηρεμία.
Μετά η χαρά.
Και στο τέλος, μείναμε δύο άνθρωποι που αγαπιόντουσαν, αλλά δεν άντεχαν πια ο ένας τον άλλον μέσα σε τόσες απαιτήσεις.
Αυτό πονάει περισσότερο. Γιατί δεν μπορείς να κατηγορήσεις κανέναν. Δεν υπήρξε κακία. Δεν υπήρξε αδιαφορία. Υπήρξε μόνο υπερφόρτωση. Από φόβους, προσδοκίες, σενάρια και «πρέπει».
Και κάπως έτσι τελειώνουν οι πιο δύσκολες ιστορίες.
Όχι με έλλειψη αγάπης.
Αλλά με αγάπη που λύγισε από το βάρος όσων της ζητήσαμε να γίνει.
