Γράφει η Σοφία Παπαηλιάδου
Δεν φώναξε ποτέ για να την ακούσεις. Δεν χρειάστηκε. Φώναζε μόνο όταν ένιωθε να πνίγεται από κάτι που την αδικούσε.
Δεν μίλησε ποτέ περισσότερο απ’ όσο έπρεπε. Δεν προσπάθησε να πείσει κανέναν για το ποια είναι. Δεν ήταν από τις γυναίκες που γέμιζαν τον χώρο με φωνές και δράμα.
Αλλά εκεί που στεκόταν, ήταν αδύνατον να μην τη νιώσεις.
Δεν έκανε θόρυβο, αλλά όπου περνούσε άφηνε αναστάτωση.
Ήταν ένας σιωπηλός ανεμοστρόβιλος. Από αυτούς που δεν προειδοποιούν. Δεν έδινε σημάδια. Δεν κρατούσε ταμπέλες. Δεν σου έλεγε “πρόσεχε”, γιατί πολύ απλά ήταν δική σου δουλειά να το καταλάβεις.
Την έβλεπες να στέκεται ήρεμη, σχεδόν αδιάφορη, και να παρατηρεί τα πάντα γύρω της. Να σε διαβάζει πριν καν προλάβεις να μιλήσεις. Να χαμογελάει εκεί που δεν το περίμενες, να γυρνάει την πλάτη της εκεί που δεν τη χωρούσε άλλο ο τόπος.
Δεν της άρεσαν οι μέτριες καταστάσεις.
Ή όλα ή τίποτα.
Κι αν έφευγε, δεν θα την έβρισκες να κοιτάζει πίσω. Γιατί είχε μάθει πως ό,τι τελειώνει, τελειώνει. Κι ό,τι αξίζει, δεν χρειάζεται να ζητιανεύει χώρο.
Ήξερε να αγαπάει με τρόπο που έμοιαζε με θύελλα. Ήξερε να φεύγει με τρόπο που έμοιαζε με θάνατο.
Δεν έδινε δεύτερες ευκαιρίες όταν ήξερες από την αρχή τι κρατούσες στα χέρια σου.
Αυτή η γυναίκα δεν ήταν ποτέ προορισμένη για τους πολλούς. Δεν την αφορούσαν ποτέ.
Ήταν για εκείνους που δεν φοβούνται να χάσουν τον έλεγχο. Που αντέχουν να σταθούν απέναντί της χωρίς να νιώσουν λίγοι. Για εκείνους που μπορούν να τη δουν χωρίς να προσπαθήσουν να την αλλάξουν.
Γιατί αυτή η γυναίκα, δεν άλλαξε ποτέ για κανέναν.
Και γι’ αυτό, όπου κι αν πέρασε, άφησε πίσω της συντρίμμια και αναμνήσεις που δεν ξεπεράστηκαν ποτέ. Μόνο που πρώτα είχε κάνει συντρίμμια τον εαυτό της.
