Γράφει η Άντζελα Καμπέρου
Βράδυ Σαββάτου, κι εσύ είσαι κάπου. Βάζω ένα ποτήρι κρασί και κοιτάζω το κενό. Χάνομαι σε σκέψεις και αναμνήσεις. Ανάβω ένα τσιγάρο και στον καπνό του εμφανίζεται η μορφή σου, χαμογελάει και με κοιτάει και έπειτα από λίγο διαλύεται.
Βράδυ Σαββάτου, κι εσύ μακριά μου. Χαζεύω τους δείκτες του ρολογιού, που κυλάνε αργά. Λεπτό με το λεπτό το ποτήρι μου αδειάζει. Συνεχώς κοιτάζω το κινητό μου μήπως έστειλες κάποιο μήνυμα και εγώ αφηρημένη στο ρολόι δεν το είδα. Κανένα νέο μήνυμα. Γεμίζω ξανά το ποτήρι μου και πίνω μια γερή γουλιά. Όπου κοιτάξω, όπου σταθώ πάντα κάτι σε θυμίζει. Η μορφή σου παντού γύρω μου κι εσύ πουθενά. Τα πάντα να σε θυμίζουν και εσύ να με έχεις ξεχάσει.
Φωτογραφίες σου παντού γύρω μου, σαν ένας διεστραμμένος βωμός λατρείας. Μόνο που δεν τις έβαλα εγώ εκεί, μαζί τις τραβήξαμε και μαζί αποφασίσαμε να τις διακοσμήσουμε στο σαλόνι. Δεν μέναμε μαζί αλλά θέλαμε να υπάρχουν παντού πράγματα να μας θυμίζουν πόσο όμορφα έχουμε περάσει. Λες και το ξέραμε. Λες και ξέραμε πως κάποια στιγμή θα χρειαστούμε υπενθύμιση. Τώρα ακόμη ψάχνω για ένα σου σημάδι. Δεν ξέρω αν το θέλω πιο πολύ για να βεβαιωθώ πως τίποτα δεν έχει αλλάξει ή γιατί όντως θέλω να υπάρχεις ακόμα στη ζωή μου.
Βράδυ Σαββάτου, το ράδιο παίζει χαμηλόφωνα και από τις μισάνοιχτες κουρτίνες φαίνεται ένα ολόγιομο φεγγάρι. Το κρασί στο ένα χέρι, ένα τσιγάρο στο άλλο και βγαίνω για λίγο στο μπαλκόνι. Όλο μου το σώμα σφίγγεται από το κρύο, μα δεν θέλω να μπω μέσα. Ο παγωμένος αέρας φυσάει πάνω στο πρόσωπό μου, που έχει πάρει φωτιά από το τζάκι και το κρασί. Κοιτάζω πάνω, στυλώνω τα μάτια μου στο φεγγάρι και χαζεύω. Δεν ξέρω πόση ώρα είμαι εκεί, αλλά είμαι σίγουρη πως την επόμενη μέρα θα ξυπνήσω άρρωστη, χαλάλι σκέφτομαι, θα μείνω όλη μέρα στο κρεβάτι, καλύτερα.
Χαμένη στις σκέψεις μου ακούω ξαφνικά το τραγούδι μας. Σαστίζω. Μα ποιος μου κάνει πλάκα βραδιάτικα; Κοιτάω τα μπαλκόνια να δω αν έχουν φως. Όλα σκοτεινά, άλλωστε ήταν και περασμένη ώρα. Κάποια στιγμή ακούω ένα σφύριγμα και τα μάτια μου αμέσως στρέφονται στο δρόμο. Η καρδιά μου κόντεψε να βγει έξω από το στήθος μου.
Βράδυ Σαββάτου και εσύ ήρθες από το πουθενά.
Τώρα όλα καλά.
