Γράφει ο Ανδρέας Φιλίδης
Δεν ήμουν απειλή.
Ήμουν καθρέφτης.
Κι αυτό σε τρόμαξε πιο πολύ απ’ όλα.
Δεν ήρθα να σου χαλάσω την ησυχία.
Ήρθα να τη φωτίσω λίγο.
Να ρίξω φως στα κομμάτια που είχες χρόνια κλειδωμένα,
εκείνα που τα έντυσες με λογική και συνήθεια, για να μη χρειάζεται να τα νιώθεις.
Κι όταν το φως άρχισε να τα αγγίζει, έκανες αυτό που ξέρεις καλύτερα: έτρεξες.
Δεν άντεξες να σε δεις όπως ήσουν μαζί μου — χωρίς ρόλο, χωρίς άμυνες, χωρίς θρόνο.
Γιατί εγώ δεν σε θαύμασα για το “φαίνεσθαι” σου.
Σε είδα για το “είσαι” σου.
Κι αυτό ήταν κάτι που δεν το είχες συνηθίσει.
Δεν άντεξες την ιδέα πως κάποιος μπορεί να σε αγαπήσει χωρίς όρους,
χωρίς κέρδος, χωρίς να προσπαθεί να σε αλλάξει.
Γιατί εσύ έμαθες αλλιώς·
να ελέγχεις, να έχεις το πάνω χέρι, να ορίζεις το τέλος πριν καν αρχίσει.
Κι εγώ τόλμησα να σε ταράξω.
Τόλμησα να σε κάνω να νιώσεις.
Κι εκεί έχασες τον έλεγχο.
Με πόνεσες για να αποδείξεις πως μπορείς ακόμα να πληγώνεις.
Με έδιωξες για να πείσεις τον εαυτό σου πως είσαι εσύ που αποφασίζεις.
Μα ξέρεις τι κατάφερες;
Να μείνεις μόνη με την ησυχία σου.
Με εκείνη τη σιωπή που κάποτε σε ηρεμούσε και τώρα σε πνίγει.
Γιατί η αλήθεια είναι πως δεν με πολέμησες.
Εσένα πολέμησες.
Εκείνο το κομμάτι σου που άρχισε να ξυπνάει, που τόλμησε να πιστέψει ότι μπορεί να αγαπηθεί πραγματικά.
Κι εγώ απλώς ήμουν η αφορμή.
Μην ανησυχείς, δεν θα γυρίσω.
Δεν εκλιπαρώ, δεν παρακαλώ.
Απλώς θα υπάρχω, κάπου εκεί μέσα σου,
σαν μια ανάμνηση που δεν θα σε αφήνει ποτέ να κοιμηθείς εντελώς ήσυχη.
Όχι γιατί με αγάπησες.
Αλλά γιατί για μια στιγμή, μαζί μου,
αγάπησες εσένα.
