Γράφει ο Αλέξανδρος Χωριανούδης
Το όνομά σου δεν είναι απλά μια λέξη. Είναι βουτιά σε εκείνα τα βράδια που μύριζαν καπνό, ιδρώτα και υποσχέσεις χωρίς αύριο. Είναι κραυγή μέσα σε μισοάδεια μπαρ, στασμένα ποτά και φώτα που θολώνουν τα μάτια. Είναι εκείνο το κάψιμο στο στήθος που μοιάζει με αλκοόλ, μα στην πραγματικότητα είσαι εσύ.
Δεν χρειάζεσαι παρουσία για να με στοιχειώνεις. Αρκεί να ακουστεί το όνομά σου κι όλα γύρω γίνονται σκοτεινά. Κάθε συλλαβή σου είναι μαχαίρι και χάδι μαζί. Όσο κι αν θέλω να σε σβήσω, γίνεσαι ανεξίτηλη γραφή πάνω μου. Γιατί καμία γυναίκα πριν από σένα δεν κατάφερε να μπει τόσο βαθιά στο πετσί μου.
Κι όμως, δεν ήταν ποτέ εύκολο μαζί σου. Ήσουν φωτιά και νυχτερινό χάος. Ήξερες να με ρίχνεις στον πάτο και να με τραβάς πάλι στην κορυφή μέσα σε μια ανάσα. Γι’ αυτό και σε θυμάμαι. Όχι σαν μια ακόμη. Αλλά σαν εκείνη που το όνομά της σήμαινε πόλεμο και έρωτα την ίδια στιγμή.
Δεν θα σου πω ότι με κατέστρεψες. Θα σου πω ότι με έμαθες. Με έμαθες πως η αγάπη δεν είναι απαλό χάδι, είναι ξενύχτι που σε αφήνει λαβωμένο το πρωί, αλλά σε κάνει να θες κι άλλο. Γι’ αυτό το όνομά σου δεν το ξεχνώ. Γιατί μου θυμίζει όλα τα βράδια που έζησα στα κόκκινα. Τα πιο ζόρικα. Τα πιο αληθινά.
