Γράφει η Μαρία Κυπραίου
Ξέχασα πώς είναι να νιώθεις. Να αφήνεις τον εαυτό σου ελεύθερο, χωρίς περιορισμούς, χωρίς φόβο. Ξέχασα πώς είναι να γελάς μέχρι δακρύων, να κλαις χωρίς ντροπή, να αφήνεσαι σε αυτό που λέγεται ζωή. Έγινα ένας παρατηρητής της ίδιας μου της ύπαρξης. Ένα σώμα που κινείται, αλλά δεν ζει.
Ήθελα να κλάψω, αλλά το έπνιγα. Ήθελα να γελάσω, αλλά το στόμα μου ίσα που άνοιγε. Ζούσα μια ζωή με σβησμένα τα χρώματα, με τα συναισθήματα να υπάρχουν μόνο σαν σκιές. Δεν χαιρόμουν. Δεν λυπόμουν. Δεν ένιωθα.
Και μετά, ξαφνικά, χωρίς λόγο και αιτία, ξέσπασα.
Τα δάκρυα ήρθαν σαν λυγμοί. Σαν μια πλημμύρα που δεν μπορούσα πια να συγκρατήσω. Ήταν όλα αυτά που έκρυβα μέσα μου για χρόνια, όλα αυτά που δεν τόλμησα να δείξω. Ήταν η λύπη, η αγάπη, ο φόβος, η ελπίδα – όλα μαζί, ανακατεμένα. Δεν μπορούσα να τα κρατήσω άλλο.
Και ξέρεις τι; Εκείνη τη στιγμή, κατάλαβα κάτι. Ότι δεν ήταν η θλίψη που με κατέκλυσε. Ήταν η ζωή που επέστρεφε. Ήταν το σώμα μου, η ψυχή μου, που δεν άντεχαν πια να ζουν χωρίς να νιώθουν.
Και τότε ξεκίνησα να νιώθω ξανά.
Όχι από συνήθεια. Όχι επειδή το έπρεπε. Αλλά επειδή το ήθελα. Το ήθελα πραγματικά. Ήθελα να ζήσω όλα όσα είχα κρύψει. Να γελάσω με την καρδιά μου, να κλάψω χωρίς ντροπή, να αγαπήσω χωρίς φόβο. Ήθελα να αισθανθώ τα πάντα, ξανά από την αρχή.
Κι έτσι, χαμογέλασα.
Ένα χαμόγελο μικρό, διστακτικό στην αρχή. Αλλά εκείνο το χαμόγελο έγινε το πρώτο βήμα. Το πρώτο σημάδι ότι ξαναβρίσκω τον εαυτό μου. Ότι μπορώ να ζήσω, να αισθανθώ, να υπάρξω όπως πάντα ήθελα.
Γιατί η ζωή δεν είναι τίποτα αν δεν τη ζεις. Αν δεν αφήνεσαι στα συναισθήματα, αν δεν γεμίζεις το σώμα σου με τη ζεστασιά τους. Και εγώ; Εγώ αποφάσισα να ζήσω ξανά. Με όλα όσα αυτό σημαίνει. Με όλα τα όμορφα και όλα τα δύσκολα.
Γιατί, στο τέλος της ημέρας, το να νιώθεις είναι το μόνο που έχει σημασία.
