Γράφει ο Αλέξανδρος Παπακωνσταντίνου
Συναντηθήκαμε εκεί που δεν υπάρχουν πινακίδες. Εκεί που το σωστό και το λάθος δεν ξεχωρίζουν εύκολα, γιατί μοιάζουν και τα δύο επικίνδυνα. Στο ίδιο σημείο. Στο ίδιο βλέμμα. Και το ξέραμε από την πρώτη στιγμή πως όποιον δρόμο κι αν διαλέγαμε, δεν θα βγαίναμε αλώβητοι. Θα χάναμε κάτι. Τη λογική μας, την ασφάλειά μας, την ήσυχη ζωή που είχαμε χτίσει μέχρι τότε. Μα αυτό δεν μας τρόμαξε. Γιατί υπήρχες εσύ.
Υπάρχουν έρωτες που δεν έρχονται για να χωρέσουν. Έρχονται για να ανατρέψουν. Να σε βγάλουν απ’ τον ίσιο δρόμο και να σε πάνε εκεί που δεν είχες σκοπό να πας. Αυτός ήταν ο δικός μας. Δεν ζητούσε άδεια. Δεν ρωτούσε αν είναι σωστό. Απαιτούσε να τον ζήσεις, αλλιώς θα σε στοίχειωνε.
Ξέραμε πως αν ακολουθούσαμε το «πρέπει», θα σωζόμασταν στα χαρτιά και θα χαθήκαμε μέσα μας. Και αν ακολουθούσαμε το συναίσθημα, θα πληρώναμε τίμημα. Μα θα ζούσαμε. Κι εγώ πάντα πίστευα πως η ζωή δεν μετριέται με σωστές επιλογές, αλλά με αλήθειες που τόλμησες.
Ήσουν ο έρωτας που δεν χωρούσε σε κανένα πλαίσιο. Ο έρωτας που δεν θα του άξιζε ποτέ να μείνει μισός, κρυφός, ανεκπλήρωτος. Γιατί κάποια πράγματα, όταν δεν τα ζεις, σε εκδικούνται αργότερα. Γίνονται «αν», γίνονται «ίσως», γίνονται βάρος.
Αν ήταν να χαθώ, ήθελα να χαθώ εκεί. Μαζί σου. Όχι στη ζωή που διάλεξαν άλλοι για μένα, αλλά στον έρωτα που διάλεξα εγώ. Γιατί στο τέλος, μπορεί να βγήκαμε χαμένοι στη λογική, αλλά κερδίσαμε κάτι πιο σπάνιο. Έναν έρωτα που ειπώθηκε δυνατά. Και αυτό, δεν χάνεται ποτέ.
