Γράφει η Μαρία Κυπραίου
Με έβαλες σε ένα καλούπι κοινότυπο, ίδιο με όλα τα άλλα. Είπες ότι υπήρχε διαφορά με μένα, αλλά το ξέχασες. Με έβαλες ξανά σε εκείνο το καλούπι που τόσο μισούσα γιατί με έκανε να δείχνω σαν όλες τις άλλες. Δεν ήμουν έτσι. Έγινε ο φόβος που τόσο μισούσα, να μπω εκεί.
Ένιωθα πολύ ανώτερη από όλες όσες πέρασαν από τη ζωή σου ακόμα κι αν εσύ δεν το κατάλαβες. Μπορεί να ακούγεται εγωιστικό αλλά αυτή είναι η αλήθεια, έτσι ένιωθα. Αλλά δεν πειράζει. Πειράζει μόνο εκείνο το μαχαίρι, το τόσο καλά ακονισμένο που βάλθηκες να σπρώχνεις με τόση δύναμη μέσα στην πλάτη μου νομίζοντας πως δεν νιώθω.
Όμως άκου κάτι, ένιωθα πολλά περισσότερα από εκείνα που πίστευες. Δεν είχες κανένα δικαίωμα κι όμως πήρες πρωτοβουλία να με βάλεις εκεί, να με μαχαιρώσεις και μετά να φύγεις κύριος, σαν να μην τρέχει τίποτα. Δεν είχες δικαίωμα να μου φερθείς έτσι κι όμως το έκανες, γιατί εγώ στο είπα, δεν είμαι σαν τις άλλες και δεν χωράω στα δικά τους καλούπια, πνίγομαι.
Άκου τώρα και αυτό. Εγώ θα βρίσκομαι πάντα στον δικό μου κόσμο, όπως είπες και εσύ ο ίδιος. Σε ένα κόσμο που δεν χωράει σε καλούπια, δεν φυτεύει μαχαιριές και σφαίρες, δεν προδίδει και ξέρει να συγχωρεί. Και εσύ από την άλλη που έχεις μάθει να βάζεις όλα τα παπούτσια στο ίδιο κουτί θα φτάσεις σε σημείο να μη χώρας Πουθενά.
Αυτό στο εύχομαι.
