Γράφει η Ειρήνη Αντωνάκη
Καθόμαστε αρκετή ώρα στο παγκάκι ή τουλάχιστον έτσι νομίζω. Έχω χαμηλώσει τα μάτια και παίζω με τα δάχτυλα μου. Η σιωπή που υπάρχει ανάμεσα μας έχει αρχίσει και γίνεται ενοχλητική. Προσπαθώ να μετρήσω ως το δέκα για να ηρεμήσω αλλά μπερδεύω τη σειρά.
Δεν γίνεται να συνεχίσω έτσι, ή τώρα ή ποτέ! Σηκώνω το κεφάλι μου και σου λέω ότι δεν μπορώ να το κρύβω άλλο, δεν μπορώ να κρύβομαι λες και έχω διαπράξει έγκλημα, σε θέλω, θέλω μαζί σου να ζήσω τις πιο δυνατές στιγμές και να μοιραστούμε τα πιο ωραία πάθη.
Από τη πρώτη στιγμή σε ήθελα απλά δεν μπορούσα να το παραδεχτώ στον εαυτό μου, κατά πόσο σε εσένα! Είσαι συνεχώς στη σκέψη μου και μου δημιουργείς τα πιο ωραία συναισθήματα. Κάθε φορά που σε βλέπω κάνουν την εμφάνιση τους αυτές οι πεταλούδες στο στομάχι που τώρα θα είναι υπερήφανες που επιτέλους σου μίλησα!
Μόλις ολοκληρώσω αυτά που λέω νιώθω τους χτύπους της καρδιάς μου να αυξάνονται. Τι στιγμή που σε κοίταξα έχασα κάποιους χτύπους, σα να σταμάτησε.
Με κοιτάς, μου χαμογελάς και με ένα πονηρό βλέμμα μου λες ότι εάν δεν σου μιλούσα και σήμερα θα αναγκαζόσουν να γράψεις στους τοίχους πως με θες μήπως επιτέλους σου μιλούσα. Σε κοιτάω με ένα χαμένο βλέμμα και μέσα μου ζητωκραυγάζω για το θάρρος που βρήκα να σου μιλήσω.
Εκείνη τη μέρα υποσχέθηκα στον εαυτό μου ότι για ότι αισθάνομαι θα μιλάω την ίδια στιγμή, δεν αξίζει τίποτα μένει κρυφό, ειδικά όταν μιλάμε για τον έρωτα.
