Γράφει ο Αλέξανδρος Χωριανούδης
Πιστεύω στους ανθρώπους που νιώθουν βαθιά, χωρίς να το φωνάζουν. Σ’ εκείνους που τρέμει το χέρι τους πριν αγγίξουν, αλλά το κάνουν τελικά. Πιστεύω στα φιλιά που κόβουν την ανάσα, στα βλέμματα που σε ξεγυμνώνουν, στις αγκαλιές που μυρίζουν σπίτι, ακόμα κι αν είσαι χαμένος. Πιστεύω στο ανατρίχιασμα του δέρματος, στο φως του ήλιου που σε κάνει πιο όμορφο, και στους ανέμους που ξεσκεπάζουν όσα δεν είπαμε ποτέ.
Πιστεύω στα βράδια που λες “δεν θα τηλεφωνήσω” και τελικά το κάνεις. Στις ήττες που μας δίνουν τα μαθήματα, στις απουσίες που καθάρισαν τον θόρυβο, στους φόβους που έλιωσαν μπροστά στο “μαζί”. Πιστεύω στους ανθρώπους που κοιτούν στα μάτια, που δεν μετράνε τι θα πάρουν, μόνο τι θα κρατήσουν. Πιστεύω σε όσους μένουν όταν όλοι οι άλλοι φεύγουν.
Πιστεύω στους έρωτες που δεν είπαν πολλά, αλλά ένιωσαν τα πάντα. Στα ρούχα που έμειναν στο πάτωμα, στα σεντόνια που μύριζαν απόγνωση, στα “θέλω” που δεν ειπώθηκαν ποτέ αλλά καίγανε. Πιστεύω στην ευτυχία που βρίσκει χαραμάδες και μπαίνει, όχι από την πόρτα, αλλά απ’ το χαμόγελο μετά τον πόνο.
Πιστεύω στους χορτασμένους ανθρώπους, γιατί μόνο αυτοί αγαπούν χωρίς να ζητιανεύουν. Πιστεύω στους φίλους που έγιναν οικογένεια, στους εραστές που δεν φοβήθηκαν να γίνουν σύντροφοι. Πιστεύω πως η ζωή δεν είναι να τα έχεις όλα, αλλά να μην χάνεις όσα αξίζουν στ’ αλήθεια.
Και πάνω από όλα, πιστεύω σε εμάς. Όχι γιατί είμαστε τέλειοι, αλλά γιατί είμαστε αληθινοί. Και μ’ αυτό, θα τα καταφέρουμε.
