Γράφει ο Κωνσταντίνος Καρύδης
Ζούσες και πριν ερωτευτείς. Όχι απλώς ανέπνεες. Ζούσες. Είχες ρυθμό, είχες φωνή, είχες μέρες που δεν χρειάζονταν επιβεβαίωση για να σταθούν όρθιες. Δεν περίμενες απάντηση για να χαμογελάσεις. Δεν κοιτούσες την οθόνη για να νιώσεις σημαντικός. Ξυπνούσες και η μέρα σου ανήκε, χωρίς να πρέπει να τη μοιραστείς με κανέναν για να αποκτήσει αξία.
Και οι φίλοι σου; Τους θυμάσαι; Εκείνους που ήξεραν πότε είσαι κουρασμένος χωρίς να τους το πεις. Που γελούσαν με τα ίδια αστεία χρόνια ολόκληρα. Που σε είχαν δει στα καλά σου και στα άδεια σου. Δεν σε ερωτεύτηκαν, αλλά έμειναν. Δεν σου υποσχέθηκαν για πάντα, αλλά δεν έφυγαν. Ήταν εκεί, χωρίς δράματα, χωρίς απαιτήσεις, χωρίς όρους.
Μετά ήρθε ο έρωτας. Και όλα άρχισαν να αλλάζουν χωρίς να το καταλάβεις. Όχι απότομα. Ύπουλα. Ένας καφές που αναβλήθηκε. Ένα “δεν προλαβαίνω” που έγινε συνήθεια. Μια παρέα που έμεινε στο διαβάστηκε. Και κάπως έτσι, άρχισες να συρρικνώνεις τη ζωή σου για να χωρέσει σε έναν άνθρωπο. Όχι γιατί στο ζήτησε. Αλλά γιατί πίστεψες πως έτσι πρέπει.
Ο έρωτας έχει αυτή την τάση. Θέλει χώρο. Θέλει αποκλειστικότητα. Κι αν δεν είσαι προσεκτικός, θα στον πάρει όλο. Μέχρι να μείνεις με μια ζωή δανεική, ρυθμισμένη πάνω σε διαθέσεις, διαθέσιμους χρόνους και μισές παρουσίες. Και όταν αρχίσουν τα πρώτα ρήγματα, όταν η ένταση γίνει κούραση και η σιωπή βαριά, τότε κοιτάς γύρω σου και συνειδητοποιείς πόσα άφησες πίσω.
Και τότε θυμάσαι. Τον εαυτό σου πριν. Τους ανθρώπους πριν. Όχι με νοσταλγία, αλλά με μια καθαρή επίγνωση. Ότι κάτι έδωσες παραπάνω απ’ όσο έπρεπε. Ότι για να αγαπήσεις, ξέχασες να υπάρχεις.
Ο έρωτας που αξίζει δεν σε αποκόπτει. Δεν σε μικραίνει. Δεν σου ζητά να διαγράψεις όσα σε έφτιαξαν. Αν είναι αληθινός, στέκεται δίπλα στη ζωή σου, δεν τη σκεπάζει. Χωράει τους φίλους σου. Χωράει τις σιωπές σου. Χωράει τον άνθρωπο που ήσουν πριν.
Γιατί αν για να αγαπήσεις πρέπει να χαθείς, τότε δεν είναι έρωτας. Είναι αντικατάσταση. Και εσύ δεν γεννήθηκες για να αντικατασταθείς. Γεννήθηκες για να είσαι ολόκληρος.
