Γράφει η Αλεξάνδρα Φαρμάκη
Δεν είχε πάθος. Δεν είχε ένταση. Δεν είχε εκείνη τη βιασύνη που έχουν τα χείλη όταν θέλουν να πάρουν κάτι. Είχε κάτι άλλο. Κάτι πιο ήσυχο, πιο βαθύ, σχεδόν επικίνδυνο. Είχε αλήθεια.
Ήταν από εκείνα τα φιλιά που δεν ζητάνε. Που δεν υπόσχονται. Που δεν σε τραβάνε πιο κοντά για να σε κρατήσουν. Σε αγγίζουν και σε αφήνουν να καταλάβεις μόνος σου τι έγινε. Κι αυτό είναι που τα κάνει να μένουν.
Γιατί εκείνη τη στιγμή, χωρίς να ειπωθεί τίποτα, ειπώθηκαν όλα.
Εκείνο το “σε θέλω, αλλά δεν ξέρω αν μπορώ να σε κρατήσω”.
Εκείνο το “είσαι εδώ, αλλά δεν ξέρω για πόσο”.
Εκείνο το “αν σε αγγίξω λίγο παραπάνω, ίσως δεν θα μπορέσω να φύγω”.
Και δεν ήθελες να το ρισκάρεις. Ούτε εγώ.
Έτσι, έμεινες εκεί. Σε ένα φιλί που δεν θα σε προδώσει. Που δεν θα σε εκθέσει. Που δεν θα σε μπλέξει περισσότερο απ’ όσο ήδη ήσουν. Ένα φιλί σχεδόν αθώο. Σχεδόν.
Αλλά όχι τελείως.
Γιατί όποιος έχει νιώσει, ξέρει. Το φιλί στο μέτωπο δεν είναι αθώο. Είναι επιλογή. Είναι ένα βήμα πριν την παραδοχή και ένα βήμα μετά τον φόβο. Είναι το σημείο που η καρδιά μιλάει χαμηλόφωνα, για να μην την ακούσει κανείς. Ούτε καν εσύ.
Κι όμως, την άκουσες.
Το ένιωσα στον τρόπο που άργησες να φύγεις. Στο βλέμμα που απέφυγες την επόμενη στιγμή. Στην απόσταση που κράτησες μετά, λες και αν πλησίαζες λίγο ακόμα, θα γκρεμιζόταν ό,τι προσπαθούσες να κρατήσεις όρθιο.
Δεν ήμασταν αθώοι. Απλώς ήμασταν δειλοί με έναν ήσυχο τρόπο. Από αυτούς που δεν φαίνονται. Από αυτούς που δεν κάνουν φασαρία, αλλά αλλάζουν την πορεία των πραγμάτων.
Και το αφήσαμε εκεί.
Σε ένα φιλί που δεν ζήτησε συνέχεια. Σε ένα άγγιγμα που δεν διεκδίκησε τίποτα. Σε μια στιγμή που έμεινε να αιωρείται ανάμεσα στο “θα μπορούσε” και στο “δεν έγινε”.
Εκείνο το φιλί στο μέτωπο δεν ήταν το τέλος.
Ήταν η αρχή που δεν τόλμησε ποτέ να γίνει.
