Γράφει ο Γιώργος Καραγεώργος
Κι ο καιρός περνούσε κι άρχισε σιγά σιγά να τον σκοτώνει.
Στην αρχή ένα καρφί, ύστερα κι άλλο ένα, μέχρι που τα καρφιά γίναν αμέτρητα επάνω στην ψυχή του κι ο σκοτωμός του πιο επιτακτικός από ποτέ και πιο αναγκαίος, γιατί έτσι της παράγγειλαν.
Κομματάκια τον έκοβε, για να τον κάνει βορρά για τα άγρια “σκυλιά”, που είχε στην αυλή της.
Μα αυτός δεν μιλούσε, δεχόταν τον ανελέητο τεμαχισμό του, σαν ένας άλλος μικρός Χριστός, παραδομένος κι έρμαιο στα χέρια του Πιλάτου.
Όχι πως δεν πονούσε, ούρλιαζε σιωπηλά από τους πόνους του, όχι για αυτόν, αλλά για εκείνη.
Σαν ένας άλλος μικρός Χριστός, συνεχώς την συχωρούσε και δεν φοβόταν την απύθμενη μανία της, άλλωστε, την είχε συνηθίσει, χρόνια τώρα.
Σαν ένας άλλος μικρός Χριστός, έστεκε όρθιος απέναντι της κι ας ήταν σακατεμένος. Ούτε και ήλπιζε στον οίκτο της, δεν τον χρειάζονταν κι ούτε του άξιζε ο οίκτος κανενός, εκείνη ήτανε για λύπηση, για εκείνη λυπόταν…
Εκεί, ακλόνητος μπροστά της να την κοιτάει κατάματα.
Κι αυτή εκεί!
Να βγάζει πάνω του όλη της την λύσσα κι ούτε που πρόσεξε η τρελή, πως στις τομές που του έκανε, από μέσα του δεν έτρεχε το αίμα του, στάλαζε το δικό της, γιατί αυτός από καιρό είχε γίνει εκείνη.
Κι όταν πια ξεμάτωσε, από την άκρη του ματιού του, του γλίστρησε ένα δάκρυ.
“Κλαις”, τον ρώτησε, “αφού εσύ κάποτε μου είχες πει πως είσαι δυνατός”.
“Δεν κλαίω για μένα, κλαίω γιατί τέλειωσα κι όλα τα άγρια σκυλιά που θρέφεις στην άυλη σου, δεν θα ΄χεις πια ψυχή μου τι να τα ταΐσεις και θα ριχτούν σε εσένα.
Κλαίω και για όλες τις επόμενες στιγμές που δεν θα είμαι εδώ να σε φροντίσω, όταν θα σε πληγώνουν, της απάντησε και βγήκε η ψυχή του.
Τετέλεσται!
