Γράφει ο Μιχάλης Στεφανίδης
«Δεν υπάρχει δεν μπορώ, υπάρχει δε θέλω» λένε.
Κι όμως… γίνεται και να μη μπορείς.
Γίνεται να έχεις εξαντληθεί από τόσες απογοητεύσεις,
που να μη βρίσκεις μέσα σου ούτε το κουράγιο να προσπαθήσεις ξανά.
Γίνεται να μη θέλεις.
Όχι γιατί δεν υπάρχει κάτι όμορφο μπροστά σου,
αλλά γιατί το παρελθόν ακόμα τσιρίζει μέσα σου,
και σε κρατάει πίσω.
Γιατί φοβάσαι να ελπίσεις, μην και ξαναπέσεις.
Κι ο φόβος;
Ο φόβος είναι το χειρότερο.
Σου κόβει τα χέρια, τα πόδια, τα φτερά.
Σε πείθει πως δεν αξίζεις, πως δεν μπορείς, πως δεν θα σε αγαπήσει ποτέ κανείς για όλα όσα κουβαλάς.
Γι’ αυτό, όταν σε πλησιάζω, δεν περιμένω μεγάλα λόγια.
Δεν θέλω αποδείξεις.
Θέλω να νιώσεις ασφάλεια.
Να ξέρεις πως δεν είμαι εδώ για να σε πιέσω να νιώσεις,
ούτε για να σου αποδείξω ότι εγώ είμαι «ο ένας».
Είμαι εδώ, γιατί καταλαβαίνω.
Ότι μπορεί και να μη μπορείς.
Ότι μπορεί και να μη θέλεις.
Και πως μπορεί να φοβάσαι τόσο, που να κάνεις πίσω ενώ όλο σου το είναι θέλει να έρθει κοντά.
Και γι’ αυτό θα μείνω…
Όχι για να σε αλλάξω.
Αλλά για να σου δείξω πως δεν χρειάζεται να φοβάσαι.
Γιατί αυτό που χτίζεται με υπομονή…
κρατάει πιο πολύ απ’ ό,τι χτίζεται με φόβο.
