Γράφει η Ηρώ Αναστασίου
Πάντα αγαπούσα περισσότερο απ’ όσο μ’ αγαπούσαν οι άλλοι.
Πάντα πονούσα περισσότερο, ακόμη κι όταν οι άλλοι μου κάνανε κακό.
Νοιώθω τύψεις όταν κάτι δεν πάει καλά κι ας μη φταίω καθόλου.
Πάντα προσπαθούσα να ικανοποιώ τους άλλους, ακόμα και εις βάρος μου.
Γιατί όταν δίνεις χαρά και ευτυχία νοιώθεις κι εσύ χαρούμενος κι ευτυχισμένος.
Μερικές φορές όμως δεν αξίζει να δώσεις, γιατί υπάρχει τόσο μεγάλη αχαριστία, τόσο μεγάλος εγωισμός.
Έρχεται η στιγμή που το να μείνεις είναι ανώφελο και ανούσιο.
Έρχεται η στιγμή που αντιλαμβάνεσαι πως ότι και να δώσεις δεν θα εκτιμηθεί ποτέ.
Γιατί αν σε εκτιμούσαν θα ήτανε διαφορετικοί.
Αν σε εκτιμούσαν θα έβλεπαν στα μάτια σου την θλίψη.
Αν σε εκτιμούσαν θα νοιάζονταν για το καλό σου.
Κάποια στιγμή αφήνεις πράγματα πίσω σου, γιατί καταλαβαίνεις πως ανάμεσα στους πληγωμένους ανθρώπους ανήκεις κι εσύ.
Και γιατί η δική σου πληγή να αξίζει παραπάνω απ’ την δική μου;
Γιατί να σκέφτομαι το δικό σου καλό κι όχι το δικό μου;
Και στο δικό μου δικαστήριο, η ετυμηγορία είναι μία:
”Αθώος ο κατηγορούμενος, είναι ήδη νεκρός”.
Συγγνώμη που δεν κατάλαβες, συγγνώμη που δεν κατάλαβα ότι δεν θα καταλάβαινες ποτέ
