Γράφει η Δήμητρα Γιαννοπούλου
Είχα φύγει. Αλήθεια σου λέω. Πρέπει να με πιστέψεις. Είχα σταματήσει να σε σκέφτομαι σε κάθε μου ανάσα. Είχα σταματήσει να ψάχνω τη μορφή σου ανάμεσα στις τόσες και τόσες που έβλεπα κάθε μέρα. Και σχεδόν είχα πάψει να ελπίζω πως θα σε ξαναδώ, έστω και τυχαία. Κάποια βράδια, όμως, που με βρίσκαν να καπνίζω μόνη στη βεράντα, ερχόσουν στη σκέψη μου. Γινόσουν η μόνη, η δική μου, κατάδική μου σκέψη.
Έκλεινα τα μάτια και ξαναζούσα την κάθε μας στιγμή. Και μπορεί μέσα στο πλήθος να μη σε συνάντησα ποτέ τόσο καιρό, όμως εκείνα τα βράδια, όπως κι αυτό το βράδυ, σε συναντώ μέσα μου. Είσαι εδώ. Σε κάθε μου κύτταρο. Και είσαι δικός μου. Μόνο δικός μου. Και γω σου μιλάω για όλα αυτά που δε μπορώ να πω πουθενά αλλού.
Σε ποιον θα μπορούσα άλλωστε να εμπιστευτώ την πιο όμορφη ιστορία του κόσμου και να είμαι σίγουρη πως θα την προσέχει όπως εμείς; Ποιος θα μπορούσε να την καταλάβει; Να την νιώσει; Αφού μονάχα εμείς καταφέρναμε να σταματάμε το χρόνο. Να φωτίζουμε τα σκοτάδια. Να φτιάχνουμε μαγεία. Μονάχα εμείς ξέρουμε πώς είναι να χαμόγελα η ψυχή. Και μπορεί φεύγοντας να μου τα πήρες όλα αυτά, να μου πήρες τον έρωτα απ’ τα μάτια μου, το φιλί απ’ τα χείλη μου, το άγγιγμα απ’ το κορμί μου, αλλά μου άφησες ευτυχώς την πίστη.
Την πίστη πως αυτό που ζήσαμε, δε θα πάψει ποτέ να ζει. Όσο ζούμε εμείς, θα ζει κι αυτό. Θα τρώει από τα χρόνια μας και θα μας ακολουθεί. Παντού. Κι ας μη του μιλάμε πια, ας μη το αγκαλιάζουμε, εκείνο αντέχει. Θα αντέχει όσο εμείς οι δύο θα κοιτάμε κάθε βράδυ τον ίδιο ουρανό και θα ψιθυρίζουμε την πιο τρυφερή μας καληνύχτα. Μου πήρες όλα αυτά, όμως δε μου χρωστάς τίποτα.
Δε μου χρωστάς ούτε αυτή τη συνάντηση που απόψε σου ζητάω,και δεν ξέρω αν έχω το δικαίωμα να στη ζητάω. Ξέρω μόνο πως έχω την ανάγκη. Πονάνε τα μάτια μου, που δε σε βλέπουν πια. Πονάνε τα αυτιά μου, που δε σ’ ακούνε πια. Πονάνε τα χέρια μου, που δε σ’ αγγίζουν πια. Πονάει η ψυχή μου, ψυχή μου…
Πονάει το μυαλό μου, που πια δυσκολεύται να θυμηθεί το πώς ακριβώς μοιάζεις. Για όλα αυτά, για τις φορές που προσπάθησα να σε ξερίζωσω από μέσα μου κι απέτυχα, για τα “σ’ αγαπώ” που δεν σου έχω πει τόσο καιρό, μα ξέρω πως εσυ τα ακούς, την πρώτη Δευτέρα του Σεπτέμβρη, θα είμαι στο παρκάκι κοντά στο σπίτι μου, και θα κρατάω δύο καφέδες…
Θα κάθομαι στο ίδιο παγκάκι, όπως τότε, που μου είπες για πρώτη φορά πως μ’ αγαπάς. Στις 18:30,αν έρθεις, θα με βρεις εκεί να αναζητώ τη μορφή σου. Θα περιμένω να σε δω έστω κι από μακριά. Να σε δω και να θυμηθώ πώς είναι να χαμογελά η ψυχή… Μη βγάλεις τα μαύρα γυαλιά ηλίου που θα φοράς, αν δε θες. Εγώ θα καταφέρω να δω τα μάτια σου. Μη μου γνέψεις αν δε θες. Εγώ θα καταφέρω να σε δω να μου γελάς. Μη μου μιλήσεις, αν δε θες. Εγώ θα καταφέρω να ακούσω τη φωνή σου. Σαν χάρη στο ζητώ. Ένα λεπτό έρωτα,για τον έρωτα που αφήσαμε πίσω.
Μια στιγμούλα στο χρόνο, για τα χρόνια που ακολουθούν χωρίς εμάς τους δυο μαζί. Όπως και τότε, έτσι και τώρα: σπίρτο ο χρόνος μας… Θυμάσαι; Βασιλιά της καρδιάς μου, θα σε περιμένω…Θα έρθεις;
