Γράφει ο “Ανώνυμος”
Σε βλέπω ακόμη σχεδόν κάθε μέρα. Είσαι ο πρώτος άνθρωπος που μιλάω.
Πού και πού χαμογελάμε ο ένας στον άλλο. Όσο περνάει ο καιρός σε «κοιτάζω» όλο και περισσότερο. Προσέχω κάθε σου κίνηση. Κάθε μάτια. Κάθε σου έκφραση. Και προσπαθώ να σε βρω κάπου. Μα δε σε βρίσκω.
Μάταια ψάχνω να ξαναδώ αυτή που ερωτεύτηκα. Να μιλήσω με εκείνο το γλυκό κοριτσάκι. Μου είναι τόσο ξένο όλο αυτό. Να είμαι τόσο κοντά σου κι όμως να μην υπάρχει τίποτα ανάμεσα μας. Άραγες χτυπάει ακόμη εκεί μέσα τίποτα;
Γιατί σε εμένα αρχίζει να πεθαίνει. Και φοβάμαι. Φοβάμαι την μέρα που θα χτυπήσει για τελευταία φορά η καρδιά μου. Κι όχι γιατί θα σε μισήσω.
Γιατί τότε θα χαθεί και κάθε όμορφη ανάμνηση μου. Τελικά το να μείνουμε ο ένας στη ζωή του άλλου, μετά από έναν τέτοιο έρωτα μάλλον μας κάνει δειλούς.
Ο χωρισμός δυο πολύ ερωτευμένων πρέπει να είναι καταστροφικός, άμεσος και ολέθριος.
Γιατί πάντα μετά την καταιγίδα βγαίνει ένα ρημάδι ουράνιο τόξο που έχει ζωγραφισμένες επάνω του όλες τις στιγμές. Εμείς δε το αφήνουμε να βγει.
Ζούμε έναν σκοτεινό χειμώνα μέσα στο κατακαλόκαιρο. Και φοβάμαι μωρό μου. Φοβάμαι ότι σε ξεπερνάω.
