Γράφει ο Μιχάλης Στεφανίδης
Μην το λες το “σ’ αγαπώ”, αν δεν το νιώσεις να τρίζει μέσα σου κάθε φορά που πάει να ξεφύγει απ’ τα χείλη σου.
Μην το λες γιατί το περιμένω. Μην το λες για να με καθησυχάσεις, ούτε για να μου κρατήσεις το χέρι λίγο παραπάνω.
Το “σ’ αγαπώ” μην το λες Δευτέρα, τότε που όλα ξαναρχίζουν και μοιάζει με υπόσχεση νέας αρχής.
Δεν θέλω νέες αρχές. Θέλω ρίζες, θέλω σκοτάδια, θέλω αλήθειες γυμνές, κι εσύ να τις αντέχεις.
Μην μου το λες όταν έχει λιακάδα και όλα φαίνονται ωραία.
Πες το όταν πέφτει η νύχτα και η ανάσα βαραίνει απ’ το μέσα σου.
Όταν φοβάσαι. Όταν ζορίζεσαι. Όταν δεν είσαι βέβαιος, αλλά εγώ είμαι ακόμα εκεί.
Μην μου το λες το καλοκαίρι. Η άμμος δε συγκρατεί τίποτα, κι οι πατημασιές σβήνονται πριν καν στεγνώσουν.
Πες το χειμώνα, όταν παγώνουν τα χέρια και μόνο ένα “σ’ αγαπώ” μπορεί να τα ζεστάνει.
Μην μου το λες όταν σε κρατάω. Δεν το χρειάζομαι τότε.
Το σώμα σου το φωνάζει καλύτερα.
Το σ’ αγαπώ δεν χωράει ανάμεσά μας όταν με έχεις ολάκερη, γιατί εκείνη την ώρα δεν μιλάμε – και ούτε χρειάζεται.
Μην το λες με τα χείλη. Πες το με τον ιδρώτα σου, με το βλέμμα σου όταν χάνεσαι σε μένα.
Με το δάγκωμα στα χείλη, με το “μείνε” που δεν λέγεται, μα ουρλιάζει από μέσα σου.
Μην μου το λες όταν γελάμε σαν παιδιά. Τότε είναι όλα αθώα, και εγώ τα θέλω σκοτεινά.
Θέλω το “σ’ αγαπώ” να είναι βαρύ, να μην είναι παιχνίδι, να το λέει η φλέβα στον λαιμό σου που πάλλεται ανεξέλεγκτα.
Μην το πεις ποτέ αν δεν με κοιτάξεις στα μάτια.
Θα το νιώσω αν το χαμηλώσεις το βλέμμα. Θα καταλάβω πως ετοιμάζεσαι να φύγεις.
Και σε παρακαλώ… όχι έτσι.
Το “σ’ αγαπώ” μην το λες.
Αν είναι να το πεις, να μπορείς και να το μείνεις.
Όχι για λίγο. Όχι μερικώς. Όχι μέχρι να τελειώσει το φιλί.
Να μείνεις με όλο σου το είναι.
