Γράφει ο Γιώργος Καραγεώργος
Ήταν κάποτε ένα λευκό όμορφο κορίτσι που αγαπούσε πολύ, τον ήλιο, την άνοιξη, και τις παπαρούνες…
Κάθε μέρα κι όταν είχε χρόνο, αλλά ακόμη κι όταν δεν είχε, εκείνη συνέχεια έβρισκε χρόνο, έτρεχε στους αγρούς, άνοιγε τα χέρια της κι ενώνονταν μαζί τους.
Ένωνε το λευκό που είχε απ΄ έξω της μα και το κόκκινο της ψυχής της με τα κόκκινα άνθη, πατούσε ξυπόλυτη στο χώμα, λυτρώνονταν κι έπαιρνε την ενέργεια, μιλούσε με τα λουλούδια κι αυτά θαρρείς την άκουγαν κι άνθιζαν περισσότερο.
Τους έλεγε για τα όνειρα της, για όλα εκείνα που ήθελε να κάνει, για την ζωή που πάντα επιθυμούσε. Τους έλεγε για την επιμονή της στο να βρει κάποτε την αγάπη.
Για το πείσμα της πως κάπου υπάρχει ο έρωτας κι εκείνη θα το συναντήσει οπωσδήποτε.
Για την πίστη της πως κάπου είναι εκείνος που θα την αγκαλιάσει όπως κανένας άλλος, κι αυτή τότε θα γίνει άνοιξη.
Τους έλεγε και για την ασχήμια, την παγωνιά, το μαύρο που όσοι την προσέγγισαν της χάρισαν απλόχερα. Για όλους αυτούς που έρχονταν για να της κλέψουν κάτι, κι όταν της το παίρνανε την άφηναν μονάχη.
Για τις στιγμές που όταν έφευγε από εκεί και γυρνούσε στους ανθρώπους, οι άνθρωποι την πληγώνανε, μα εκείνη δεν τους κάκιωνε, πάντα τους συγχωρούσε κι ύστερα επέστρεφε στον κήπο με τις παπαρούνες της.
Μια μέρα όμως, μια παπαρούνα την είδε πως ήτανε αλλιώτικη, πως ήτανε πιο κόκκινη από ότι όλες τις προηγούμενες φορές, και δεν άντεξε…
Έβγαλε φωνή ανθρωπινή και την ρώτησε!
“Κορίτσι, γιατί εκτός από λευκή είσαι και τόσο κόκκινη σήμερα, γιατί λάμπεις τόσο, γιατί χαμογελάς πιο φωτεινά κι από τον ήλιο;”
Κι αυτή δίχως να σαστίσει, αφού μέσα της πάντα το ήξερε πως όλα έχουνε φωνή, αρκεί να το πιστέψεις, της απάντησε…
“Γιατί σήμερα με αγάπησαν κι άρχισα να ανθίζω.
Γιατί γνώρισα ένα αγόρι που ήρθε και με αγκάλιασε όπως κανένας άλλος και το ένιωσα καλή μου παπαρούνα, ότι αυτός ακριβώς ήταν ό έρωτας που σας εξιστορούσα.
Γιατί έπεσε πάνω μου ένας άντρας που δεν ήρθε μόνο για να μου πάρει, έχει και να μου δώσει. Ένας άντρας που κι εκείνος όπως κι εγώ, μιλάει με παπαρούνες. Ένας άντρας που ξέρει να αγαπάει.”
Η παπαρούνα δεν ξανά μίλησε, μόνο κοίταξε προς τον ουρανό κι δάκρυσε από χαρά, από ευτυχία, κι από συγκίνηση.
Και το κορίτσι μας δεν έπαψε ποτέ να πηγαίνει στον κήπο με τις παπαρούνες της, αλλά τώρα πια δεν πάει μόνη της, τον έχει συντροφιά της!
