Γράφει η Σοφία Παπαηλιάδου
Δεν έχω αγαπημένα μέρη με τη συνηθισμένη έννοια.
Δεν είναι μια πόλη που θέλω να ξαναδώ, ούτε ένα νησί που κρατάω στο κινητό μου σαν καρτ ποστάλ. Δεν είναι το τραπέζι δίπλα στο παράθυρο, ούτε εκείνο το καφέ που ξέρει πώς πίνω τον καφέ μου.
Τα αγαπημένα μου μέρη λέγονται άνθρωποι.
Είναι εκείνοι στους οποίους μπορώ να φτάσω όπως είμαι. Με τα μαλλιά πιασμένα πρόχειρα, με μια μέρα που δεν πήγε καλά, με τη διάθεση μου να κάνει κύκλους σαν χαλασμένος ανεμιστήρας.
Είναι οι άνθρωποι που δεν χρειάζονται πυξίδα για να μπουν μέσα μου. Που δεν τους εξηγώ από την αρχή ποια είμαι κάθε φορά που με βλέπουν. Που ξέρουν πότε το γέλιο μου είναι αληθινό και πότε είναι το σιωπηλό μου άλλοθι για να μη με ρωτήσουν πολλά.
Σε αυτούς γυρνάω.
Όχι πάντα με βαλίτσα. Μερικές φορές με ένα μήνυμα. Με μια φωτογραφία από κάτι άσχετο. Με ένα «είσαι ξύπνιος;» που δεν ζητά λύση, ούτε συμβουλή. Ζητά απλώς να υπάρχει κάποιος στην άλλη άκρη.
Κι εκεί καταλαβαίνω πως σπίτι δεν είναι απαραίτητα οι τοίχοι που σε χωράνε.
Είναι οι άνθρωποι που δεν σε κάνουν να μαζεύεσαι.
Είναι εκείνοι που σου αφήνουν χώρο να απλώσεις τα πόδια σου, να πεις τα άσχημα, να μη βρεις τη σωστή λέξη, να είσαι κουρασμένη, υπερβολική, αστεία, άβολη, αληθινή.
