Γράφει ο Κωνσταντίνος Ρούσσος
Οι άνθρωποι, παράξενα πλάσματα. Γεννιόμαστε μόνοι, φεύγουμε μόνοι, κι ενδιάμεσα τρέχουμε πάνω σε ράγες που άλλοι διάλεξαν για εμάς. Μας μαθαίνουν να κουβαλάμε αποσκευές γεμάτες «πρέπει», «μη» και «θα δούμε». Και κάπου εκεί, ξεχνάμε να ζούμε.
Μυστήριο οι άνθρωποι. Κυνηγούν προορισμούς χωρίς να ξέρουν καν αν τους ανήκουν. Ανεβαίνουν σε τρένα που υπόσχονται όνειρα και κατεβαίνουν σε σταθμούς που δεν διάλεξαν ποτέ. Και το χειρότερο; Συνηθίζουν να πιστεύουν πως αυτό είναι «ζωή».
Ξέρεις ποιο είναι το μεγαλύτερο παράδοξο; Όσο πιο πολύ δίνεις, τόσο πιο λίγο σετ εκτιμούν. Αν τους χαρίσεις την μισή σου ανάσα, θα ζητήσουν και την άλλη μισή. Δεν τους νοιάζει αν πνίγεσαι· τους νοιάζει μόνο να γεμίσουν οι δικές τους τσέπες με ό,τι περίσσεψε από εσένα. Η αχαριστία έγινε νόμισμα, και όλοι την ξοδεύουν απλόχερα.
Οι άνθρωποι γίνονται σκληροί όταν τους χαλάσεις τη βολή τους. Γίνονται κριτές όταν τολμήσεις να ζήσεις αλλιώς, και χαίρονται παράξενα όταν δεν τα καταφέρνεις. Δεν τους ενδιαφέρει αν θα είναι οι ίδιοι καλά, φτάνει να μη σε βλέπουν καλύτερο.
Κι όμως, εκεί κρύβεται όλη η μαγεία. Όχι στο να τους μοιάσεις. Ούτε στο να τους αποδείξεις κάτι. Το μεγαλείο είναι να συγχωρείς. Να αφήνεις πίσω σου το δηλητήριο και να συνεχίζεις. Γιατί η συγχώρεση δεν είναι αδυναμία· είναι η πιο σκληρή μορφή δύναμης.
Στο τέλος, τίποτα υλικό δεν παίρνεις μαζί. Ούτε φορέματα, ούτε ράγες, ούτε σταθμούς. Μόνο στιγμές: η αγκαλιά της μάνας, το πρώτο «μαμά» του παιδιού, το γέλιο που σου θύμισε πως αξίζει να μείνεις. Αυτές είναι οι αποσκευές που χωράνε στην ψυχή.
Μυστήριο οι άνθρωποι, ναι. Αλλά το φως που κρατάς μέσα σου, αυτό δεν μπορεί να στο πάρει κανείς.
