Γράφει η Μαρία Κυπραίου
Με έπνιγε το σπίτι.
Πράγματα παντού δεξιά και αριστερά.
Πράγματα δικά σου και δικά μου, ερείπια μιας μετακόμισης που δεν έγινε ποτέ.
Πράγματα μικρά και μεγάλα, πράγματα αξίας και μη.
Πεταμένες κούτες και σακούλες, άλλες άδειες και άλλες γεμάτες, ιστορίες μιας ολόκληρης ζωής, ιστορίες μιας αγάπης.
Βάζα, σακούλες, κορνίζες, έπιπλα και αρώματα. Τα αρώματα του έρωτα μας, το άρωμα της αγάπης μας μέσα στο χώρο. Το άρωμα της συντροφικότητας, της κοινής ζωής μας, των τσακωμών μας.
Όλα αυτά τριγύρω μου. Εγώ στη μέση ανίκανη να κουνηθώ, κοιτάω σαν χαμένη το μισοάδειο χώρο. Δεν υπάρχει πια ψυχή εδώ, δεν υπάρχει χώρος για να ακουμπήσει η αγάπη την κούραση της. Οι κούτες θα φύγουν, οι άδειοι τοίχοι δεν θα γεμίσουν ποτέ ξανά και η βρύση του μπάνιου θα συνεχίζει να στάζει λίγο λίγο.
Αυτά έμειναν από την κοινή ζωή μας. Όταν έφυγες μου έδωσες ένα άδειο βιβλίο, είπες κάθε σελίδα να είναι για μένα το νέο μου ξεκίνημα. Λυπάσαι είπες και όμως έκανες τον κόπο να κλείσεις σχεδόν αθόρυβα την πόρτα πίσω σου. Κύλισε το δάκρυ αλλά ήταν βαρύ το συναίσθημα από πίσω. Άνοιξα το βιβλίο όμως δεν ήξερα τι ήθελα να γράψω και κυρίως, αν ήθελα ζωή μετά από εσένα.
Πώς να αρχίσω πάλι μια ζωή από την αρχή;
Πώς να πιάσω ξανά μολύβι στα χέρια μου όταν το τελευταίο μου μολύβι το κράτησα για σένα;
