Γράφει ο Άρης Γρηγοριάδης
Αν με ρώταγαν πού θέλω να ξημερώσω, θα μπορούσα να πω ένα νησί με χρυσαφένιες παραλίες, ή μια πόλη που δεν κοιμάται ποτέ. Θα μπορούσα να επιλέξω τις Άλπεις, τη Νέα Υόρκη, ένα ξύλινο σαλέ κοντά στη φωτιά, ή ακόμη και ένα άδειο σπίτι κάπου στο πουθενά, χωρίς θορύβους, χωρίς κόσμο, μόνο σιωπή και θέα.
Και όμως… θα ήταν όλα λάθος.
Γιατί αν με άφηνες ελεύθερο να διαλέξω ολόκληρο τον κόσμο, αν μου έλεγες διάλεξε μέρος, διάλεξε χρόνο, διάλεξε φως, το μόνο μέρος που θα μου έβγαινε από μέσα μου, χωρίς δεύτερη σκέψη, είναι εκεί που είσαι εσύ.
Δεν έχει σημασία η πόλη, ο καιρός, τα τοπία. Η αλήθεια είναι ότι ο τόπος χωρίς τον άνθρωπο που θέλεις, είναι χώρος. Κενός. Άδειος. Όμορφος, ίσως, αλλά άψυχος. Σαν φωτογραφία που τη θαυμάζεις αλλά δεν θες να ζήσεις μέσα της. Μοιάζει, αλλά δεν είναι ζωή.
Ξημέρωμα χωρίς εσένα δίπλα μου, απλά αλλάζει ώρα.
Ξημέρωμα μαζί σου… αλλάζει όλα.
Με σένα, το «πουθενά» γίνεται προορισμός. Το συνηθισμένο γίνεται ξεχωριστό. Το σπίτι στον καναπέ γίνεται ταξίδι. Το πρωινό φως αποκτά νόημα.
Και το ξέρεις — δεν είμαι ο τύπος που λέει μεγάλα λόγια. Είμαι αυτός που υπολογίζει, που σκέφτεται, που διστάζει καμιά φορά να εκτεθεί. Αλλά μαζί σου… θέλω να είμαι ξεκάθαρος.
Δεν με νοιάζει που θα είναι το ξημέρωμα, αρκεί να το βρω στο πλευρό σου.
Όχι επειδή δεν ξέρω να είμαι μόνος — ξέρω.
Αλλά γιατί όταν τα μάτια σου ανοίγουν δίπλα μου, θυμάμαι ότι σε αυτή τη ζωή δεν ήρθα για να ψάχνω το ιδανικό μέρος. Ήρθα για να βρω τον ιδανικό άνθρωπο.
Και τον βρήκα.
Ο κόσμος είναι μεγάλος, ναι. Αλλά εγώ τον σμικρύνω κάθε φορά που σε κοιτάω, μέχρι να χωράει μέσα στο περίγραμμα του προσώπου σου, στη σιωπή σου το πρωί, στο χαμόγελο που έχει αυτή τη ζεστασιά που με ξυπνάει πριν ανοίξω μάτια.
Ρώτα με λοιπόν ξανά:
Πού θες να ξημερώσεις;
Και θα σου πω κάθε φορά το ίδιο.
Εκεί που είσαι εσύ.
Κι ας είναι απλά ο καναπές μας, με δυο φλιτζάνια καφέ και τη μέρα να ξεκινάει από την αρχή.
