Γράφει η Μαρία Κυπραίου
Ένα πρωί ξυπνάς και όλα ξαφνικά έχουν αλλάξει. Έτσι, ως δια μαγείας σου φαίνονται όλα τόσο διαφορετικά τόσο αλλιώς από το προηγούμενο βράδυ.
Ήρθε επιτέλους εκείνη η αλλαγή που τόσο περίμενες. Εκείνη η αλλαγή που έλεγες στον εαυτό σου ότι θα κάνεις μα ποτέ δεν τα κατάφερες.
Και έτσι απλά ένα πρωί χωρίς λόγο και αιτία αυτή η αλλαγή έγινε, από εσένα αλλά χωρίς εσένα. Εσύ δεν είπες ποτέ αύριο θα αλλάξω, δεν το ζήτησες, δεν το μπορούσες. Κι όμως έγινε.
Μίλησες για ανθρώπους χωρίς να τους μισείς πια. Μετά από καιρό πρόφερες τα ονόματα τους χωρίς να σε νοιάζει το τι έγινε και πως έγινε. Σκέφτηκες εκείνον που σου έκανε τόσο κακό και απλά δεν σε ένοιαξε. Αυτά που σε πονάγανε ως δια μαγείας σταμάτησαν.
Προσπάθησες κοιτώντας τον καθρέφτη να προσφέρεις τα ονόματα τους και τα φρύδια σου να γίνουν ένα από το μίσος μα είδες μόνο ένα χαμόγελο να απλώνεται στα χείλη σου.
Έφυγαν. Όσοι σε πλήγωσαν επιτέλους έφυγαν. Οι δαίμονες που κουβάλαγες τόσο καιρό στην πλάτη σου επιτέλους σε εγκατέλειψαν.
Είδες τι κάνει η μοίρα καμιά φορά; Εσύ που δεν πίστευες είδες ότι ήρθε επιτέλους το πλήρωμα του χρόνου. Απλά σταμάτησες να νιώθεις. Σταμάτησαν οι σκέψεις σου να πηγαίνουν σε εκείνα τα ονόματα. Σταμάτησαν τα θέλω σου να περιτριγυρίζονται από άτομα.
Τώρα ήρθε η ώρα να δώσεις πνοή στα όνειρα που κρύφτηκαν σε μια γωνιά φοβούμενα μη φύγουν μαζί με το μυαλό σου. Με το μυαλό που έχασες στο μίσος για εκείνους.
Εκείνο το πρωινό που δεν ένιωθες πια έδωσες χώρο στα φθαρμένα όνειρα να βγουν στην επιφάνεια. Επιτέλους τους έδωσες το πάτημα να γίνουν πραγματικότητα.
Αυτή τη μοναδική σου στιγμή, να τη θυμάσαι μια ζωή γιατί είναι η μέρα που ωρίμασες και έπαψες να μισείς ότι δεν υπάρχει πια. Ωρίμασες και η ευτυχία έδωσε τη θέση της στο μίσος, η αγάπη έδωσε τη θέση της στο σκοτάδι και οι δαίμονες που κουβάλαγες μέσα σου τόσο καιρό επιτέλους απελευθερώθηκαν.
