Γράφει η Έλενα Δημάκη
Κάποιους ανθρώπους όταν τους γνωρίζεις, αναρωτιέσαι γιατί ήθελες τόσο πολύ να τους γνωρίσεις. Γιατί ανυπομονούσες για εκείνο το πρώτο μήνυμα, για εκείνον τον πρώτο καφέ, για εκείνη τη στιγμή που θα καθόσουν απέναντί τους και θα ένιωθες πως κάτι σημαντικό ξεκινά.
Τους έχεις πλάσει πριν καν εμφανιστούν. Τους έχεις ντύσει με προσδοκίες, με σενάρια, με μια εκδοχή τους που γεννήθηκε στο κεφάλι σου και μεγάλωσε από τη δική σου ανάγκη. Δεν περίμενες εκείνους. Περίμενες αυτό που ήθελες να σημαίνουν για σένα.
Κι όταν τελικά έρχονται, κάθεσαι και τους κοιτάς. Ψάχνεις τη σπίθα που φαντάστηκες. Το βάθος που υπέθεσες. Τη σύνδεση που σχεδόν ορκιζόσουν πως θα υπάρξει. Και αντί για αυτό, βρίσκεις κάτι πιο ανθρώπινο. Πιο μικρό. Πιο συνηθισμένο.
Δεν είναι κακοί. Δεν είναι λίγοι. Απλώς δεν είναι αυτό που έπλασες. Δεν αντέχουν το βάρος της φαντασίας σου.
Κάποιες φορές απογοητεύεσαι μαζί τους. Άλλες φορές απογοητεύεσαι με σένα. Γιατί καταλαβαίνεις πως δεν ερωτεύτηκες τον άνθρωπο. Ερωτεύτηκες την ιδέα του. Την πιθανότητα. Το “τι θα μπορούσε να είναι”.
Και τότε έρχεται εκείνο το άβολο «γιατί;».
Γιατί ανυπομονούσα;
Γιατί έδωσα τόσο χώρο πριν καν δω αν χωράει;
Γιατί πίστεψα πως αυτός θα είναι διαφορετικός;
Η αλήθεια είναι πιο απλή απ’ όσο θέλεις να παραδεχτείς. Δεν ήθελες εκείνον. Ήθελες να νιώσεις ξανά ζωντανή. Να ελπίσεις. Να πιστέψεις πως αυτή τη φορά δεν θα χρειαστεί να προσπαθείς μόνο εσύ.
Κάποιους ανθρώπους τους γνωρίζεις για να θυμηθείς τι ψάχνεις. Και κυρίως, τι δεν αντέχεις πια. Για να δεις καθαρά πόσο εύκολα επενδύεις συναίσθημα πριν επενδύσει ο άλλος παρουσία. Για να μετρήσεις τα όριά σου και να τα ξαναχαράξεις.
Δεν ήταν λάθος που ήθελες να τους γνωρίσεις. Λάθος είναι μόνο να επιμένεις να τους κρατήσεις, όταν μέσα σου έχει ήδη γεννηθεί η ερώτηση.
Γιατί όταν αρχίζεις να αναρωτιέσαι «γιατί;», συνήθως ξέρεις ήδη την απάντηση. Και απλώς δεν σου αρέσει.
