Γράφει η Μαρία Κυπραίου
Κοιτάς έξω από το παράθυρο αυτό το ηλιόλουστο πρωινό. Έχεις ανοίξεις τις κουρτίνες και σε λούζει ο πρώτο φως της άνοιξης. Μετά από ατελείωτους μήνες χειμώνα και κρύο επιτέλους στην καρδία σου λίγη ζέστη. Πέρασε ο καιρός πολύ πιο αργά απ ότι το συνήθιζε τα προηγούμενα χρόνια. Αυτός ο χειμώνας σου φάνηκε ατελείωτος.
Αυτό το κρύο στην καρδιά και η άδεια ψυχή σε έπεισαν πως η άνοιξη φέτος δεν θα έρθει. Όμως κοίταξε, τα κατάφερες, πέρασες μέσα από κύματα σε κρύα νερά που σε ρήμαξαν σε βράχια κοφτερά. Βγήκες ζωντανή.
Πάλεψες με ένα αντίο που δεν ειπώθηκε αντρίκια, μια σκιά που περιφερόταν για μήνες γύρω σου και σε έκανε να μην μπορείς να αναπνεύσεις, ένα βάρος στο στομάχι σου που δεν σε άφηνε να φας και ένα βάρος στο κεφάλι σου που δεν σε άφηνε να κοιμηθείς. Και τα κατάφερες. Ίσως πιο δύσκολα, ίσως με ρημαγμένη ψυχή αλλά τα κατάφερες.
Προσπάθησες με όσα όπλα είχες για να μπορείς σήμερα να χαμογελάς στο φως, να το αφήνεις να σε πλημμυρίσει, να το αφήνεις να ζει μέσα σου, να σου ζεσταίνει την καρδιά και την ψυχή, να κλείνει τις πληγές και να σε χαλαρώνει. Και συνειδητοποιείς πως κάποια αντίο είναι το μεγαλύτερο δώρο που σου έκανε η ζωή.
Γιατί χωρίς αυτά δεν θα είχες βρει λίγο παραπάνω τον εαυτό σου, δεν θα είχες παλέψει να βρεις την άκρη του νήματος της ψυχής σου, δεν θα είχες καταλάβει πως κάποιοι δεν το βλέπουν όπως εσύ. Και καταλαβαίνεις πως η ζωή ξέρει καλύτερα πως πρέπει να σου φερθεί, ακόμα κι αν εσύ εκείνη την ώρα δεν το βλέπεις. Θα έρθει η στιγμή που θα το καταλάβεις!
