Γράφει η Μαρία Κυπραίου
Ξυπνάς ένα πρωί και όλα έχουν τελειώσει. Δε χτυπάει πια το κινητό σου από μηνύματα ούτε από κλήσεις. Υπάρχει παντού μια σιωπή και στο μυαλό σου ένα κουβάρι.
Από πού να το πιάσεις και με τι να ξεκινήσεις; Νιώθεις αδύναμη, λίγη και μικρή. Νιώθεις πως έδωσες πολλά και τελικά δεν πήρες τίποτα. Μήπως για να τελειώσει κάτι, πρέπει να αφήσεις το παιχνίδι να χαθεί; Να σταματήσεις να το ζορίζεις;
Κάποια πράγματα είναι ολοφάνερα. Δε θέλει και τέλος. Εσένα όμως τι σε πονά περισσότερο; Το ότι δεν ήθελες εσύ να τελειώσει ή ότι δε δέχεται ο εγωισμός σου ότι κάποιος σε άφησε; Όχι βέβαια ένας απλός, αλλά εκείνος ο κάποιος που για εσένα άρχισε να γίνεται απαραίτητος χωρίς να το καταλαβαίνεις.
Γιατί έτσι είναι ο έρωτας. Δεν τον προλαβαίνεις. Κι εσύ νόμιζες ότι θα πάνε όλα όπως τα σχεδιάζεις πάντα. Με μέτρο και χωρίς πολλά πολλά, και έπεσες έξω. Γιατί εκείνος ήταν ίδιος με εσένα. Όσο εσύ άφηνες ανθρώπους πληγωμένους και έφευγες χωρίς να σε νοιάζει, έτσι και εκείνος σε άφησε ενώ τον ερωτεύτηκες χωρίς να τον νοιάζει, γιατί απλά δεν ένιωθε κάτι ουσιαστικό για εσένα.
Ήσουν απλά μια περαστική, μέχρι να πάει στην επόμενη. Απίστευτο ε; Πώς μπορούν να σου κάνουν ό,τι κάνεις χωρίς καν να το πάρεις χαμπάρι.
Άδεια, κενή, μικρή και λίγη. Όση και η αγάπη που πήρες. Σαν τιμωρία για όσα έκανες. Σαν μια σκέψη που θα σε κάνει να ωριμάσεις.
Άδεια, κενή, μικρή και λίγη. Μα δεν πειράζει γιατί εσύ αντέχεις ακόμα κι όταν καταρρέεις. Γιατί εσύ πάντα μπορείς να βγεις ξανά στο φως.
