Γράφει η Σοφία Παπαηλιάδου
Δεν χρειάζεσαι πολλά για να φτιάξεις έναν ολόκληρο κόσμο. Μια χούφτα άμμο, λίγο αλάτι στο δέρμα, ένα βλέμμα που φουσκώνει σαν κύμα. Δεν είναι οι μεγάλες σκηνές που γράφουν την ιστορία μας· είναι οι μικρές στιγμές που μαζεύουμε στην τσέπη σαν βότσαλα και κουβαλάμε για πάντα.
Ό,τι κι αν χάθηκε, ό,τι κι αν τελείωσε, θα μείνουν αυτά. Τα γέλια που ήχησαν μια νύχτα που δεν γύρισε ξανά. Τα χέρια που σφίχτηκαν για λίγο πριν χαλαρώσουν. Οι λέξεις που δεν ειπώθηκαν αλλά έμειναν να καίνε στον λαιμό. Αυτές είναι οι μνήμες που μας κυνηγούν, αλλά και οι μνήμες που μας σώζουν.
Δεν μας ανήκουν οι άνθρωποι. Δεν μας ανήκουν οι υποσχέσεις. Αυτό που μένει δικό μας είναι ο εαυτός μας κι εκείνο που γίναμε μέσα στα μάτια όσων αγαπήσαμε. Κι όσο κι αν το ξέρουμε, πάλι απλώνουμε χέρια στο κενό, μπας και αγγίξουμε κάτι που μοιάζει με όνειρο. Ακόμα κι αν ξυπνήσουμε με μάτια πρησμένα.
Κι όμως, αυτό το λίγο που πιάσαμε, αυτό που μοιραστήκαμε, δεν χάνεται. Μένει θαμμένο κάτω από τα στρώματα του χρόνου, έτοιμο να ξυπνήσει με μια μυρωδιά, με μια φωτογραφία, με ένα τραγούδι. Μένει σαν γέλιο που ακούγεται ξαφνικά μέσα μας, όταν δεν το περιμένουμε.
Η μνήμη δεν λυπάται. Δεν χαρίζεται. Σου δείχνει την εικόνα που σε γονάτισε, κι ύστερα σου θυμίζει πως εκεί κάποτε στάθηκες ζωντανός. Γι’ αυτό κράτα ό,τι μπόρεσες. Ένα βλέμμα, ένα άγγιγμα, το χρώμα ενός δειλινού που έσβησε πριν το χορτάσεις. Κράτα τα, γιατί αυτά είναι που θα σου δώσουν ανάσα όταν όλα γύρω μοιάζουν άδεια.
Κι όταν φτάσεις στο σημείο να μην αντέχεις, να ξέρεις, η ανάσα που ψάχνεις είναι εκεί. Στη μνήμη μιας στιγμής που νόμιζες πως χάθηκε. Εκεί να πας.
