Γράφει η Σοφία Παπαηλιάδου
Χάθηκες σε ανθρώπους που δεν σου χαρίστηκαν. Μπήκες σαν να θες να αποδείξεις κάτι, όχι σ’ εκείνους, αλλά σ’ εσένα. Έπαιξες και τα ρέστα σου χωρίς δεύτερη σκέψη, χωρίς «να κρατήσω λίγο πίσω», χωρίς φρένα. Έβαλες στο τραπέζι ό,τι είχες και δεν είχες. Καρδιά, χρόνο, αντοχές, μέλλον. Όλα. Γιατί έτσι έμαθες. Να δίνεις χωρίς μέτρο, όρους κι όρια. Να εμπιστεύεσαι πριν σε κερδίσουν. Να αγαπάς πριν σε αγαπήσουν.
Και το πλήρωσες.
Με ξενύχτια, με χαμόγελα που τα φορούσες σαν κουστούμι, με «είμαι καλά» που δεν τα πίστεψες ούτε για μισό δευτερόλεπτο, με φορεμένες ευτυχίες σαν στενές γόβες που σε συνθλίβουν.
Χάθηκες τόσο βαθιά που ξέχασες πως υπάρχει και έδαφος εκεί έξω. Έπεσες σε σχέσεις που σε τράβαγαν σαν άγκυρα σε ναυάγιο και εσύ έλεγες «πάμε», σαν να μη φοβήθηκες ποτέ ότι θα φτάσεις μέχρι τον πάτο.
Και ξέρεις τι πονάει πιο πολύ;
Όχι που τους αγάπησες.
Που δεν αγάπησες αρκετά εσένα.
Κανείς δεν σου έμαθε να κρατάς κάτι στην άκρη. Κανείς δεν σου είπε ότι η καρδιά δεν είναι στοίχημα και πως το «όλα ή τίποτα» κάνει ζημιές που φαίνονται χρόνια μετά. Έδωσες τόσο απλόχερα που ξεχνούσες πως κάθε φορά που άφηνες ένα κομμάτι σου πίσω, έπρεπε κάποιος να το επιστρέψει. Κι αυτοί οι κάποιοι δεν είχαν ποτέ την πρόθεση να το κάνουν.
Μα, άκου κάτι.
Δεν φταις που έσπασες.
Φταις που νόμιζες πως έπρεπε να μείνεις εκεί. Φταις που πίστεψες πως μια καρδιά που σ’ έχει για «ίσως» αξίζει την καρδιά που δίνεις για «πάντα».
Κι όμως, αυτό που δεν βλέπεις είναι πως το χάσιμο δεν σε έκανε αδύναμη. Σε έκανε αληθινή. Σε έκανε γυναίκα που ξέρει τώρα να μυρίζει τον κίνδυνο πριν καν εμφανιστεί. Σε έκανε να ξεχωρίζεις ποιος έρχεται να αγαπήσει και ποιος έρχεται να γεμίσει τα δικά του κενά με τα δικά σου απομεινάρια. Σ’έκανε να ακούς τις λέξεις και να αναγνωρίζεις τα παραμύθια.
Χάθηκες, ναι.
Αλλά σε βρήκες.
Και τώρα ξέρεις:
Δεν θα δώσεις ποτέ ξανά τα ρέστα σου..
Τώρα τα ρέστα σου τα κρατάς, και γεμίζεις το αυτοκίνητό σου, βγάζεις το επόμενο εισιτήριο, βάζεις στο τέρμα τη μουσική κι αναχωρείς.
Για όπου…
