Γράφει ο Μιχάλης Στεφανίδης
Δεν ήταν timing.
Ήταν προτεραιότητα.
Και δεν ήσουν.
Ξέρω, είναι πιο εύκολο να το πεις αλλιώς. Να το ντύσεις με λέξεις που μαλακώνουν την αλήθεια. “Δεν ήμασταν στην ίδια φάση”, “δεν βόλευαν οι συνθήκες”, “ίσως αν γνωριζόμασταν αλλιώς”. Όμορφες εξηγήσεις. Βολικές. Δεν σε εκθέτουν, δεν σε πονάνε τόσο.
Αλλά δεν είναι αλήθεια.
Γιατί όταν κάποιος θέλει, βρίσκει χώρο. Δεν ψάχνει χρόνο, τον φτιάχνει. Δεν περιμένει να “στρώσουν τα πράγματα”, στρώνει ο ίδιος τη θέση σου μέσα στη ζωή του. Δεν σε αφήνει να αναρωτιέσαι.
Σε βάζει.
Κι εσύ δεν μπήκες ποτέ.
Ήσουν εκεί, δίπλα, διαθέσιμη, ανοιχτή, έτοιμη. Έδωσες χώρο, χρόνο, συναίσθημα. Δεν ζήτησες υπερβολές. Τα βασικά ήθελες. Να σε νιώθει. Να σε υπολογίζει. Να σε κρατάει.
Και κάπου εκεί άρχισε το μπέρδεμα.
Γιατί υπήρχαν στιγμές. Υπήρχαν βλέμματα, λέξεις, μικρές αποδείξεις που σε έκαναν να πιστεύεις ότι κάτι υπάρχει. Ότι απλώς “δεν είναι η στιγμή”. Ότι “θα γίνει”. Κι εσύ έμεινες. Περίμενες. Έδωσες χρόνο σε κάτι που δεν είχε ποτέ σκοπό να γίνει ολόκληρο.
Δεν ήταν timing.
Αν ήσουν προτεραιότητα, θα φαινόταν. Δεν θα το εξηγούσες. Δεν θα το ανέλυες. Δεν θα το υπερασπιζόσουν μέσα σου. Θα το ζούσες.
Αλλά δεν το έζησες.
Κι αυτό είναι το δύσκολο σημείο. Όχι ότι δεν σε διάλεξε. Αλλά ότι εσύ προσπάθησες να πείσεις τον εαυτό σου πως σε διάλεγε, με λίγα, με ψίχουλα, με ενδιάμεσα.
Δεν φταίει το timing όταν κάποιος δεν σε βάζει στη ζωή του. Φταίει ότι δεν σε θέλει εκεί αρκετά.
Και ξέρω, πονάει να το πεις έτσι. Χωρίς φίλτρα. Χωρίς δικαιολογίες. Αλλά μόνο έτσι τελειώνει η αναμονή.
Γιατί κάποια στιγμή πρέπει να σταματήσεις να περιμένεις να γίνεις προτεραιότητα για κάποιον που δεν σε είδε ποτέ έτσι.
Και να γίνεις εσύ.
Για σένα.
