Γράφει ο Δημήτρης Ξυλούρης
Δεν έγινε ο άντρας της ζωής της.
Κι ευτυχώς.
Γιατί για ένα διάστημα κινδύνεψε να γίνει η σκιά κάποιου άλλου.
Να μετράει την αξία της με την προσοχή που της έδιναν. Να περιμένει επιβεβαιώσεις σαν δελτία καιρού. Να πιστεύει πως η αγάπη είναι ένας διαρκής αγώνας απόδειξης. Πως όσο περισσότερο αντέχεις, τόσο περισσότερο αξίζεις να αγαπηθείς.
Μέχρι που κουράστηκε.
Όχι από τους άντρες.
Από την έκπτωση.
Από εκείνη τη μικρή καθημερινή προδοσία που συμβαίνει όταν αρχίζεις να εγκαταλείπεις κομμάτια του εαυτού σου για να χωρέσεις στις απαιτήσεις κάποιου άλλου.
Και τότε συνέβη κάτι που τρομάζει πολύ περισσότερο από έναν χωρισμό.
Ξύπνησε.
Είδε πόσες φορές είχε απολογηθεί για πράγματα που δεν ήταν λάθη.
Πόσες φορές είχε σωπάσει για να μη χαλάσει την ατμόσφαιρα.
Πόσες φορές είχε πει «δεν πειράζει», ενώ μέσα της όλα πείραζαν.
Και κάπου εκεί σταμάτησε.
Όχι να αγαπά.
Να παρακαλά.
Αυτό ήταν το σημείο που άλλαξε τα πάντα.
Γιατί οι περισσότεροι νομίζουν πως η δύναμη είναι να φεύγεις.
Όχι.
Η δύναμη είναι να μένεις πιστή στον εαυτό σου όταν φοβάσαι ότι θα μείνεις μόνη.
Κι εκείνη έμεινε.
Έμεινε με τον εαυτό της.
Και τον διάλεξε.
Δεν έγινε πιο σκληρή.
Αυτό είναι το εύκολο.
Οποιοσδήποτε μπορεί να γίνει σκληρός μετά από αρκετές απογοητεύσεις.
Το δύσκολο είναι να παραμείνεις τρυφερός χωρίς να είσαι αφελής.
Να κρατήσεις την καρδιά σου ανοιχτή χωρίς να την αφήνεις ξεκλείδωτη στον καθένα.
Κι αυτό ήταν το πιο ερωτεύσιμο πάνω της.
Όχι το σώμα της.
Όχι το χαμόγελό της.
Ούτε οι ιστορίες που κουβαλούσε.
Ήταν η ματιά της.
Μια ματιά που είχε δει ανθρώπους να φεύγουν, υποσχέσεις να λιώνουν και όνειρα να διαψεύδονται, αλλά αρνήθηκε να γίνει κυνική.
Μια ματιά που έλεγε χωρίς λέξεις:
«Με πλήγωσαν. Δεν με νίκησαν.»
Κι αυτό δεν είναι απλώς όμορφο.
Είναι σπάνιο.
Γιατί σε έναν κόσμο γεμάτο ανθρώπους που έγιναν οι πληγές τους, εκείνη επέλεξε να παραμείνει η γυναίκα της ζωής της.
Και αυτό ήταν το παράσημό της.
Κανένας άντρας δεν θα μπορούσε να της χαρίσει κάτι πιο πολύτιμο.
