Γράφει ο Πάνος Θεοδώρου
Άλλαξα πόλεις σαν να άλλαζα σκέψεις. Πήρα αεροπλάνα χωρίς λόγο. Κοίταξα ξένα λιμάνια, κοιμήθηκα σε δωμάτια που δεν μύριζαν τίποτα δικό μου, περπάτησα δρόμους που δεν ήξεραν το όνομά μου. Νόμιζα πως η απόσταση έχει μια παράξενη δύναμη. Πως αν βάλεις αρκετά χιλιόμετρα ανάμεσα σε σένα και κάποιον, στο τέλος ξεθωριάζει. Γίνεται ανάμνηση. Γίνεται παρελθόν.
Έκανα λάθος.
Γιατί δεν έφευγα από εσένα.
Έφευγα από όσα άφηνες μέσα μου.
Σε ένα μπαρ κάπου μακριά, άκουσα ένα τραγούδι που δεν είχα ακούσει ποτέ μαζί σου και πάλι κατάφερες να είσαι εκεί. Σε ένα αεροδρόμιο, είδα μια γυναίκα να μαζεύει τα μαλλιά της όπως εσύ. Σε μια παραλία που δεν είχες περπατήσει ποτέ, γύρισα το κεφάλι για να σου δείξω το ηλιοβασίλεμα πριν θυμηθώ πως δεν ήσουν πια δίπλα μου.
Κουβαλούσα εσένα σαν λαθρεπιβάτη.
Σε τρένα. Σε πτήσεις. Σε πρωινά που δεν σε χωρούσαν κι όμως έβρισκες τρόπο να μπαίνεις μέσα τους.
Κάποια βράδια γελούσα δυνατά. Τόσο δυνατά που νόμιζα πως τα κατάφερα. Πως νίκησα. Κι ύστερα ερχόταν εκείνη η προδοτική ώρα λίγο πριν κοιμηθώ. Εκεί που δεν υπάρχουν φίλοι, μουσικές, θόρυβοι και προορισμοί. Εκεί που μένεις μόνος με ό,τι έχτισες και ό,τι γκρέμισες.
Κι εκεί ήσουν πάντα εσύ.
Μέχρι που μια μέρα κατάλαβα κάτι.
Δεν γυρνούσα τον κόσμο για να ξεφύγω από εσένα.
Γυρνούσα τον κόσμο γιατί φοβόμουν να μείνω ακίνητος και να αντικρίσω τι άφησε πίσω του το τέλος σου.
Γιατί μερικοί άνθρωποι δεν γίνονται πληγή.
Γίνονται καθρέφτης.
Και δεν τρέχεις μακριά επειδή πονάς.
Τρέχεις γιατί φοβάσαι να κοιτάξεις τι απέμεινε από εσένα όταν έφυγε εκείνος που κάποτε έκανε ολόκληρο τον κόσμο να μοιάζει μικρός.
