Γράφει η Σοφία Παπαηλιάδου
Έχουμε γίνει πολύ καλοί στο να μην παθαίνουμε τίποτα. Προσέχουμε, υπολογίζουμε, ζυγίζουμε ανθρώπους, αποφάσεις, πιθανότητες. Κάνουμε και δεκαπέντε σενάρια καταστροφής στο κεφάλι μας και μετά το βαφτίζουμε ωριμότητα. Μπορεί να είναι. Μπορεί και να είναι φόβος με καλό περιτύλιγμα!
Θέλουμε να ξέρουμε πριν μπούμε σε μια ιστορία, αν θα πονέσει το τέλος αν θα κρατήσει, αν αξίζει. Αν θα μας αγαπήσουν όσο αγαπήσαμε. Αν θα πετύχει όλο αυτό, αν θα βγει η απόφαση, αν θα μετανιώσουμε που φύγαμε. Θέλουμε, με λίγα λόγια, να ζήσουμε κανονικά, αρκεί κάποιος να μας υπογράψει πρώτα ότι δεν θα φάμε τα μούτρα μας.
Δεν υπογράφει κανείς.
Και κάπως έτσι μένουμε θεατές της ίδιας μας της παράστασης. Ασφαλείς. Ψύχραιμοι. Έμπειροι. Με όλα τα «εγώ πια ξέρω» μας παραμάσχαλα και μια ζωή που συμβαίνει λίγο πιο πέρα από εκεί που πάρκαρες την ασφάλειά σου.
Γιατί ναι, μπορεί να μπεις σε μια ιστορία και βγαίνοντας να είσαι χίλια κομμάτια. Να αγαπήσεις λάθος άνθρωπο. Να φύγεις και να το μετανιώσεις. Να μείνεις και να το μετανιώσεις περισσότερο. Να εκτεθείς. Να αποτύχεις. Να δώσεις και να μη σου επιστραφεί τίποτα. Να μαζεύεις μετά τον εαυτό σου από πατώματα που ορκιζόσουν ότι δεν θα ξαναβρεθείς ποτέ.
Ε, και;
Πότε ακριβώς αποφασίσαμε ότι επιτυχημένη ζωή είναι εκείνη από την οποία βγαίνεις ατσαλάκωτος;
Δεν θέλω να είμαι ατσαλάκωτη. Θέλω να έχω ζήσει. Να έχω κάνει και μαλακίες. Να έχω γελάσει εκεί που δεν έπρεπε, αγαπήσει εκεί που φοβόμουν, φύγει όταν όλοι μου έλεγαν να μείνω και μείνει όταν κανείς δεν καταλάβαινε γιατί.
Δεν υπάρχει ασφαλής τρόπος να ζήσεις. Υπάρχει μόνο ασφαλής τρόπος να παρακολουθείς.
Και κάποια στιγμή πρέπει να διαλέξεις.
Θα βραχείς, θα φοβηθείς, μπορεί και να καταπιείς νερό.
Ή θα μείνεις στην άκρη μια ζωή, περήφανη που δεν πνίγηκες ποτέ.
Μόνο που, μεταξύ μας;
Δεν κολύμπησες κιόλας.
