Γράφει η Κορίνα Παπαδοπούλου
Όλα για κάποιον λόγο γίνονται. Όσο περνούσαν τα χρόνια το πίστευε όλο και περισσότερο. Ήταν στιγμές που σκέψη της πήγαινε σε περιέργους δρόμους, αδιέξοδους, μονόδρομους. Σε έναν τέτοιο μονόδρομο τον είχε γνωρίσει. Λες και η ζωή τον είχε βάλει εκεί, να στέκεται και να την περιμένει. Όλα είχαν τον σκοπό τους.
Υπάρχουν άνθρωποι που είναι σταθμοί στην ζωή μας. Όπως ήταν κι εκείνος ένας σταθμός στην δική της ζωή. Ήταν για εκείνη σαν φουρτούνα σε μια θάλασσα φαινομενικά γαλήνια. Μπήκε στην ζωή της και τάραξε τα πάντα.
Μπήκε και δεν άφησε τίποτα όρθιο, τα ισοπέδωσε όλα, τα ποδοπάτησε, όπως ποδοπάτησε και την ίδια. Έτσι που μόνο εκείνος ήξερε.
Κάθεται στο παράθυρο της και αναλογίζεται, πόσα πολλά κέρδισε γνωρίζοντας τον κι ας έχασε την μισή της καρδιά κι ας έμεινε μισός άνθρωπος. Είναι τελικά κερδισμένη. Ήταν εκείνος που μπήκε στην ζωή της και της έμαθε ποια ήταν τελικά, τι είχε να πει στον κόσμο αυτό. Τι ήθελε και πόσα είχε να δώσει. Αυτός τα έκανε όλα αυτά. Την βοήθησε να ξεδιπλωθεί, να ανοιχτεί. Της έμαθε να μιλάει, να λέει τι θέλει, να διεκδικεί.
Αυτοί οι δυο άνθρωποι απομακρύνονταν από το ‘’μαζί’’ με ιλιγγιώδη ταχύτητα. Να παλεύουν να φύγουν μακριά του. Να προσπαθούν να κοροϊδέψουν τους πάντες γύρω τους αλλά μάταια, εκείνοι τους ήξεραν καλυτέρα. Λες και κάτι τους φόβιζε, τους τρόμαζε. Σαν αυτά που ένιωθαν να ήταν θεριό ανήμερο που θα τους κατασπάραζε.
Ένιωθε πως του χρωστούσε τόσα πολλά, που όμως δεν ήθελε να εκφράσει με λόγια αλλά με ένα βλέμμα. Ένα βλέμμα που δεν τους δόθηκε ποτέ η ευκαιρία να ανταλλάξουν. Τα μάτια της θα μπορούσαν να του πουν όλα όσα τα χείλη της θα πάλευαν επί ώρες να ξεστομίσουν.
Ο κόσμος αυτός τελικά έγινε για να συναντηθούν αυτοί οι δυο άνθρωποι. Δυο άνθρωποι τόσο ίδιοι, τόσο τρομακτικά ίδιοι σε έναν κόσμο διαφορετικών.
Όλα ξεκίνησαν από εκείνον. Τα καλά, τα άσχημα, τα εύκολα, τα δύσκολα. Τα λόγια που ήταν γεμάτα αγάπη και έρωτα, τα λόγια που ήταν γεμάτα πόνο, πίκρα και δάκρυ. Λέξεις πολλές κρυμμένες, γραμμένες.
Λέξεις που δεν μπόρεσαν ποτέ να παραδεχτούν. Λέξεις που πάντα έκρυβαν στο τρίτο ενικό.
Ίσως αυτός να ήταν ο σκοπός της γνωριμίας τους. Μονάχα να συναντηθούν. Να μπει ο ένας στην ζωή του άλλου και να την αλλάξει 180 μοίρες. Ήταν δυο άνθρωποι που τελικά ένιωσαν πολλά.
Φοβηθήκαν όμως. Φοβηθήκαν να ρισκάρουν, να αφεθούν. Δυο άνθρωποι που νοιάστηκαν πολύ ο ένας για τον άλλο σε μια εποχή που δεν νοιάζεται κανείς για κανέναν. Δυο άνθρωποι που οι δρόμοι τους χώρισαν μια για πάντα, σε δρόμους που δεν υπάρχει πλέον γυρισμός. Γιατί όπως λέει και το τραγούδι ‘’Γι’ αυτό έγινε ο κόσμος μάτια μου. Γι’ αυτό, για να σε συναντήσω’’.
