Γράφει η Μαρία Κυπραίου
Νόμιζα ότι ήμουν δυνατή, πολύ δυνατή για να σε αντιμετωπίσω. Νόμιζα πως θα μπορούσα να παίξω μαζί σου εαυτέ μου, να σε ξεγελάσω.
Νόμιζα πως δεν θα καταλάβαινες, πως δεν θα ένιωθες πραγματικά.
Η δύναμη μου καθρέφτιζε τις αδυναμίες μου. Αυτές που έκρυβα καλά πίσω από τα γέλια και τα χαμόγελα. Όλα εκείνα που δεν άφηνα να βγουν στο φως ήρθαν και με έπνιξαν και εγώ σαν χαζή με ένα χαμόγελο στα χείλη σαν να μην τρέχει τίποτα.
Νόμιζα πως θα μπορούσα βλέπεις, να μη δείξω ότι νιώθω. Όταν θα έφτανα ξανά μπροστά σου πως θα μπορούσαν οι αδυναμίες μου να κρυφτούν ,όπως πάντα άλλωστε, πίσω από ένα απλό « τι κάνεις» μα δεν τα κατάφερα. Πάλι.
Νόμιζα βλέπεις πως εκείνος ο καθρέφτης δεν θα αποτύπωνε τον πραγματικό μου εαυτό αλλά αυτόν που ήθελα να δείξω, να σου δείξω πιο σωστά. Λάθος.
Νόμιζα πως θα ξεγελούσα έστω λίγο την καρδιά και το μυαλό μου με κρύα αστεία και χαζά λογοπαίγνια μπας και βγει λίγο αληθινό γέλιο από τα χείλη μου αλλά μάλλον κατέληγα πιο δυστυχισμένη από πριν. Αλήθεια!
Νόμιζα πως θα με νιώσεις, πως θα μπορέσεις, πως θα διεκδικήσεις, πως θα θέλεις, πως θα με αγαπήσεις, πως θα το άντεχες.
Και όλα αυτά τα νόμιζα μόνο εγώ, όπως πολλά ακόμα.
Και αν το σκοτάδι έγινε πιο πυκνό και οι καπνοί από το τσιγάρο έκανα ασφυκτική την ατμόσφαιρα του δωματίου εγώ ακόμα νόμιζα. Νόμιζα πως θα γυρίσεις, πως όλα θα αλλάξουν και πως θα αντέξεις. Νόμιζα.
Αυτή τη φορά νόμιζα ότι θα άντεχες. Το μεγαλύτερό μου λάθος!
