Γράφει η Σοφία Παπαηλιάδου
Αέρας και γυναίκα δεν κλειδώνονται. Και εσύ το ήξερες πριν με πλησιάσεις. Το είδες στα μάτια μου, το άκουσες στη φωνή μου, το ένιωσες στον τρόπο που περπατούσα. Δεν έφτιαξα ποτέ μου ρίζες για να με καρφώσεις στο χώμα. Είμαι η γυναίκα που θα την αγκαλιάσεις κι αμέσως θα σου ξεφύγει σαν αέρας που περνάει ανάμεσα από τα δάχτυλά σου.
Δεν είμαι για να με φυλάς, είμαι για να με ακολουθείς. Αν θες να με έχεις, πρέπει να μάθεις να με χάνεις και να με ξαναβρίσκεις. Να αντέχεις τις αποστάσεις, να αντέχεις τις σιωπές, να αντέχεις το ότι δεν θα σε προειδοποιώ πάντα πού θα πάω και πότε θα επιστρέψω. Δεν είναι αδιαφορία· είναι ο τρόπος μου να αναπνέω.
Εσύ όμως, όσο κι αν το ήξερες, προσπάθησες να με βάλεις σε καλούπια. Να με μετρήσεις, να με οριοθετήσεις, να με χωρέσεις σε ένα «μαζί» που μύριζε περισσότερο φυλακή παρά αγάπη. Και η αγάπη, αν δεν έχει ελευθερία, σαπίζει.
Μπορεί να με ερωτεύτηκες για το άγριο και το αδάμαστο, αλλά κάποια στιγμή θες να το χαλιναγωγήσεις. Και τότε χάνεις αυτό που αγάπησες. Γιατί ο αέρας, μόλις τον κλείσεις, παύει να είναι αέρας. Γίνεται ασφυξία. Και εγώ δεν θα πνιγώ για κανέναν.
Δεν σου κρατάω κακία. Μου έδωσες όσα μπόρεσες, κι εγώ σου έδωσα όσα άντεξες. Αλλά δεν έμαθες το βασικό: δεν κατέχεις μια γυναίκα σαν εμένα· τη ζεις. Για όσο μένει. Για όσο θέλει να μείνει. Και μετά, την αφήνεις να φύγει χωρίς να προσπαθήσεις να της κόψεις τα φτερά.
Αν ποτέ σε ξαναβρώ, να ξέρεις πως θα είμαι πάλι η ίδια. Ο αέρας που θα σε γεμίσει, θα σε ταράξει, θα σε ξεβολέψει. Η γυναίκα που δεν θα μπει ποτέ σε κλουβί, ακόμη κι αν το κλουβί είναι χρυσό.
Κι αν με ρωτήσεις αν σ’ αγάπησα, θα σου πω ναι. Σ’ αγάπησα όπως αγαπά ο άνεμος τη θάλασσα: ελεύθερα, δυνατά, αλλά πάντα έτοιμη να φύγω. Γιατί ο αέρας και η γυναίκα, αγάπη μου, δεν κλειδώνονται.
