Blog

Γράφει η Τάνια Αναγνώστου.

Στέκεσαι απέναντί μου σιωπηλός.
Είμαστε τόσο κοντά, όμως η απόσταση μεταξύ μας είναι τόσο μεγάλη. Πώς αφήσαμε να συμβεί κάτι τέτοιο σε εμάς που κάποτε δηλώναμε απόλυτα ερωτευμένοι ο ένας για τον άλλον;
Σε κοιτάζω και δεν έχω πλέον το κουράγιο να σε αγγίξω.

Και όλα αυτά γιατί τελείωσαν τα αποθέματα της υπομονής που είχα μέσα μου -και πίστεψέ με ήταν αρκετά.
Έτσι γίνεται με τους ανθρώπους που βάζουν πάνω απ’όλα τα θέλω των άλλων, καταχωνιάζουν τα δικά τους τόσο βαθιά, μέχρι αυτά να συσσωρευτούν και να βγουν προς τα έξω με τη μορφή έκρηξης! Έτσι έγινε και με εμάς.
Πάντα ήσουν η προτεραιότητά μου, ο λόγος σου ήταν αυτός που είχε τη μεγαλύτερη βαρύτητα πάνω μου.

Έβαζα σε δεύτερη μοίρα τα θέλω μου και σε δικαιολογούσα όταν δεν είχες χρόνο για μένα. Πόσες φορές περίμενα με ανυπομονησία να σε δω και εσύ απλά με ένα σου μήνυμα ακύρωνες τη συνάντησή μας που τόσο λαχταρούσα!
Μετρούσα αντίστροφα τις ώρες, τα λεπτά και τα δευτερόλεπτα και ονειρευόμουν τη στιγμή που θα με έπαιρνες στην αγκαλιά σου.

Είχες τεράστια επιρροή πάνω μου. Μία σου λέξη ήταν αρκετή για να με κάνει να πετάξω στα ουράνια ή να βυθιστώ στα πιο βασανιστικά σκοτάδια μου. Εγώ ήμουν αυτή που σου είχα δώσει αυτό το δικαίωμα και εσύ το εκμεταλλεύτηκες.
Είχα γίνει βορρά του εγωιστικού και ανασφαλή εαυτού σου. Σου πρόσφερα απλόχερα την καρδιά μου, χωρίς να περιμένω αντάλλαγμα. Ήθελα να είμαι κοντά σου κάθε στιγμή, να σε υποστηρίζω σε κάθε σου κίνηση, να σε σηκώνω όταν πέφτεις και να σε ενθαρρύνω σε κάθε σου βήμα. Όμως εσύ με απομάκρυνες με τη δικαιολογία ότι δεν ήθελες να βαρεθείς. Τι ηλίθια δικαιολογία! Αν αγαπάς κάποιον κινείς γη και ουρανό για να βρίσκεσαι κοντά του και δεν τον απομακρύνεις με φθηνές δικαιολογίες!

Σε είχα ερωτευτεί όμως και δεν καταλάβαινα ότι με αυτό το λίγο που μου έδινες υποβίβαζα συνεχώς τον εαυτό μου. Και κάπου εκεί βρίσκεται το σημείο που κάτι ράγισε μέσα μου. Οι ρωγμές άρχισαν να γίνονται βαθιές, ώσπου έσπασα σαν κάτι εύθραυστο σε χίλια κομματάκια, μικρά και κοφτερά. Τα θρύψαλα κατασπάραζαν όλο μου το είναι, παραμόρφωναν σώμα και μυαλό. Ξαφνικά γέμισα με πληγές βαθιές που με πονούσαν αφόρητα. Σαν άρρωστο ζώο απομακρυνόμουν από όλους και από όλα για να γλείψω τις πληγές και να τις γιατρέψω, όμως αυτές με κάθε άγγιγμα μάτωναν όλο και πιο πολύ. Κοίταξα τον εαυτό μου στον καθρέφτη και τρόμαξα να με αναγνωρίσω!

Τι απέγινε το άλλοτε ανέμελο και χαμογελαστό κορίτσι; Τη θέση του είχε πάρει μια αξιολύπητη και απελπισμένη φιγούρα. Μία ερώτηση έκανα μονάχα στον εαυτό μου, «πότε άρχισες να χάνεις την ηρεμία και το γέλιο σου;»..
Η απάντηση ήρθε αβίαστα και στάθηκε αγέρωχη μπροστά μου, “Από τη στιγμή που εκείνος άρχισε να σε θεωρεί δεδομένη και δεν έκανε τίποτα για να σε κρατήσει κοντά του”.

Όλα αυτά ήταν λοιπόν αρκετά για να με κάνουν να ξυπνήσω και να καταλάβω πως κάτι δεν πάει καλά.
Γι’αυτό στέκομαι τώρα απέναντί σου, έτοιμη πια να δώσω ένα τέλος σε μία κατάσταση που με πληγώνει. Δεν έχω πια καμία επιθυμία, μου τελείωσε, και ξέρεις πως η απώλεια της επιθυμίας προαναγγέλλει το τέλος.