Γράφει η Στέλλα Γρηγοροπούλου
Πάντα την έλεγαν διαφορετική.
Πάντα μόνη, χαμογελαστή με τα μάτια στραμμένα προς τον ουρανό.
Πάντα με ένα χαμόγελο σαν εκείνο των μαμάδων μας, που μας καθησύχαζε από όλα τα στραβά της ζωής.
Υπερήφανη για τη ζωή της και για όλα όσα είχε καταφέρει.
Μόνη σαν το φεγγάρι, που κρύβεται τα πρωινά για να μη ενοχλήσει κανέναν και μόνο όταν έρθει η νύχτα πάλι εμφανίζεται για να πάρει το ρόλο του.
Η σκιά της περπατούσε πάντα μαζί με τα φώτα της πόλης, ήσυχη, δίχως φωνές και αστραφτερά ρούχα.
Εκείνη, που τον έρωτα τον ήθελε απόλυτο και μοναδικό.
Που περπατούσε ήρεμα, μα με τόση δύναμη.
Εκείνη, που το μαύρο ήταν το χρώμα της, μα δεν το είχε ποτέ στην καρδιά της.
Που τα μάτια της πέταγαν σπίθες και φώναζαν “ζωή”.
Εκείνη, η μια, ερωτευμένη με τη ζωή.
Ήταν εκείνη και δεν θα άλλαζε για κανέναν και για τίποτα πια.
Δεν θα άφηνε κανέναν να μπει στο δρόμο της χωρίς τη θέληση της.
Κανέναν να σταματήσει τα θέλω της.
Η αρχή του τέλους για ότι δεν την έκανε να χαμογελά είχε φτάσει για εκείνη και ήταν επιλογή της.
Είχε έρθει η δική της στιγμή.
Πάντα μόνη, χαμογελαστή με τα μάτια στραμμένα προς τον ουρανό.
Εκείνη.
